Του Γιώργου Βουλγαράκη
Η Γαλλία βρίσκεται ξανά αντιμέτωπη με τον ιστορικό της καθρέφτη. Οι πρόσφατες αναταραχές στους δρόμους των μεγάλων αστικών κέντρων, οι συγκρούσεις με τις δυνάμεις επιβολής της τάξης και η όξυνση της πολιτικής ρητορικής είναι λάθος να θεωρηθούν ότι αποτυπώνουν μόνο την κοινωνική δυσαρέσκεια για το κόστος ζωής.
Αναδεικνύουν μια βαθύτερη, υπαρξιακή ρωγμή γύρω από τον ίδιο τον πυρήνα της Γαλλικής Δημοκρατίας. Περιγράφουν τη σχέση ανάμεσα στην κοσμικότητα, την εθνική συνοχή και τον λεγόμενο «ισλαμικό σεπαρατισμό».
Στο επίκεντρο αυτής της αντιπαράθεσης, η «Ανυπότακτη Γαλλία» (LFI) του Ζαν-Λικ Μελανσόν δεν περιορίζεται στον ρόλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Εκφράζει μια ριζική μετατόπιση της ριζοσπαστικής Αριστεράς, αναδιατάσσοντας τα ιδεολογικά σύνορα σε ένα από τα πιο ευαίσθητα ζητήματα της ευρωπαϊκής πολιτικής.
Από τον ιστορικό νόμο του 1905 για τον διαχωρισμό Κράτους και Εκκλησίας, η κοσμικότητα αποτέλεσε για τη Γαλλία κάτι περισσότερο από μια νομική ρύθμιση. Υπήρξε το συμβόλαιο συνύπαρξης.
Τα τελευταία χρόνια, το μοντέλο αυτό δοκιμάζεται σκληρά στα υποβαθμισμένα προάστια. Εκεί όπου η ανεργία, ο κοινωνικός αποκλεισμός και η εγκατάλειψη των δημόσιων υποδομών δημιούργησαν εύφορο έδαφος για την ανάπτυξη παράλληλων κοινωνιών.
Η έννοια του «ισλαμικού σεπαρατισμού» —όρος που εισήγαγε επίσημα ο Εμανουέλ Μακρόν το 2020 και επικυρώθηκε νομοθετικά το 2021, περιέγραψε ακριβώς την προσπάθεια ριζοσπαστικών δικτύων να τοποθετήσουν τους θρησκευτικούς κανόνες υπεράνω του νόμου της Δημοκρατίας, αμφισβητώντας την ισότητα των φύλων, τη σχολική εκπαίδευση και τον κοινό δημόσιο χώρο.
Η προστασία των μουσουλμάνων πολιτών από τη γενίκευση και το στίγμα αποτελεί απαράβατο δημοκρατικό καθήκον. Εξίσου επιτακτική, ωστόσο, είναι η υπεράσπιση της πολιτειακής αρχής ότι κανένα δόγμα δεν μπορεί να λειτουργεί ως περίκλειστο άβατο έξω από το κράτος δικαίου.
Μπροστά σε αυτό το δίλημμα, η ιστορική γαλλική Αριστερά βρέθηκε διχασμένη. Παραδοσιακά, ο γαλλικός σοσιαλισμός και η ιστορική κομμουνιστική παράδοση υπήρξαν οι πιο φανατικοί θεματοφύλακες της κοσμικότητας, αντιμετωπίζοντας κάθε θρησκευτικό παρεμβατισμό με έντονο σκεπτικισμό.
Η «Ανυπότακτη Γαλλία», ωστόσο, επέλεξε μια εντελώς διαφορετική πορεία. Ο Ζαν-Λικ Μελανσόν εγκατέλειψε σταδιακά τον αυστηρό ιακωβινικό κοσμικισμό του παρελθόντος και υιοθέτησε μια στρατηγική «ισλαμο-αριστεράς», όπως την αποκαλούν οι επικριτές του, ή «συμπεριληπτικής υπεράσπισης των μειονοτήτων», κατά τους υποστηρικτές του.
- Η μετατόπιση της εκλογικής βάσης: Αναγνωρίζοντας ότι η παραδοσιακή λευκή εργατική τάξη των επαρχιών μετακινήθηκε μαζικά προς την Εθνική Συσπείρωση (RN) της Μαρίν Λεπέν, το επιτελείο της LFI στόχευσε στρατηγικά στα προάστια και στους ψηφοφόρους μεταναστευτικής καταγωγής.
- Καταγγελία της κοσμικότητας ως «εργαλείου αποκλεισμού»: Η Ανυπότακτη Αριστερά υποστηρίζει ότι η κρατική ρητορική περί σεπαρατισμού δεν συνιστά υπεράσπιση της ουδετερότητας, αλλά μια συγκεκαλυμμένη «ισλαμοφοβία» που στοχοποιεί συλλήβδην τους μουσουλμάνους.
- Σύμπλευση με τον κοινοτισμό: Αντί να προτάσσει την ενιαία πολιτειακή ταυτότητα, η LFI υιοθέτησε τη λογική της συνάθροισης επιμέρους μειονοτικών παραπόνων. Σε κάθε έκρηξη βίας ή διαμαρτυρίας στα προάστια, η ηγεσία της αρνείται να καταδικάσει απερίφραστα τις καταστροφές, επιρρίπτοντας το σύνολο της ευθύνης στη «συστημική αστυνομική βία» και στη δομική ανισότητα.
Η στάση αυτή παράγει άμεσα εκλογικά οφέλη, χαρίζοντας στην Ανυπότακτη Γαλλία συντριπτικά ποσοστά στις μητροπολιτικές περιφέρειες του Παρισιού και άλλων μεγάλων πόλεων. Ταυτόχρονα, όμως, βαθαίνει το εθνικό ρήγμα.
Αρνούμενη να αναγνωρίσει τον κίνδυνο του ιδεολογικού και θρησκευτικού σεπαρατισμού, η ριζοσπαστική Αριστερά αφήνει το μονοπώλιο της υπεράσπισης της εθνικής ταυτότητας και της δημόσιας τάξης στα χέρια της σκληρής Δεξιάς και της Ακροδεξιάς.
Η Γαλλική Αριστερά επαναλαμβάνει με συνέπεια το λάθος που έκανε και η Ελληνική με το δόγμα «λιάζονται και εξαφανίζονται». Όταν όμως η Αριστερά εκλαμβάνει κάθε κριτική στον φονταμενταλισμό ως ρατσισμό, σπρώχνει τα μεσαία στρώματα και τους πολίτες που ανησυχούν για την ασφάλεια και τον τρόπο ζωής τους κατευθείαν στην αγκαλιά του εθνολαϊκισμού.
Επιπλέον, υπονομεύει την ίδια την ουσία της πολιτικής της. Το δημοκρατικό, κοσμικό σχολείο υπήρξε ιστορικά ο κατεξοχήν μηχανισμός κοινωνικής κινητικότητας και χειραφέτησης των αδυνάτων.
Η σχετικοποίηση των κανόνων του στο όνομα μιας ιδιότυπης πολυπολιτισμικής ανοχής δεν απελευθερώνει τους ευάλωτους, τους παραδίδει στον έλεγχο των πιο συντηρητικών και πατριαρχικών δομών εντός των κοινοτήτων τους. Και οι δομές αυτές όπως όλοι γνωρίζουν είναι απάνθρωπες.
Η Γαλλία λοιπόν, πληρώνει σήμερα το τίμημα δεκαετιών υποκρισίας. Από τη μία πλευρά, ενός κράτους που διακήρυσσε την ισότητα αλλά ανεχόταν τη δημιουργία κοινωνικών γκέτο, και από την άλλη, πολιτικών δυνάμεων που επενδύουν στον διχασμό για να διατηρήσουν τα εκλογικά τους ακροατήρια.
Η απάντηση στον σεπαρατισμό δεν μπορεί να είναι ούτε η αυταρχική γενίκευση ούτε ο πολιτικός καιροσκοπισμός. Η Δημοκρατία οφείλει να είναι αδιάλλακτη απέναντι σε όσους αμφισβητούν τους κοινούς νόμους και τις ατομικές ελευθερίες, και ταυτόχρονα γενναιόδωρη στην παροχή ίσων ευκαιριών, εκπαίδευσης και προστασίας για όλους τους πολίτες, ανεξαρτήτως καταγωγής ή θρησκεύματος.
Όταν η κοσμικότητα υποχωρεί και ο κοινός νόμος κατακερματίζεται σε θρησκευτικές ή πολιτισμικές ζώνες επιρροής, η δημοκρατία παύει να λειτουργεί ως χώρος ελευθερίας. Μετατρέπεται σε ένα άθροισμα αντιμαχόμενων φυλών – μια εξέλιξη από την οποία κανένας προοδευτικός πολίτης δεν έχει τίποτα να κερδίσει.
Πηγή: liberal.gr

