Του Μπάμπη Παπαδημητρίου
Δύσκολη δουλειά οι προβλέψεις, ειδικά σε ταραγμένους καιρούς. Προφανώς, γι αυτό το οικονομικό επιτελείο προτίμησε να κρατήσει τις αποστάσεις του από όσα είχε το ίδιο προβλέψει πέρυσι τέτοια εποχή, όταν είχε καταθέσει το Προσχέδιο του εκτελούμενου Προϋπολογισμού. Άλλωστε καμία χώρα και κανένας διεθνής οργανισμός δεν «έπεσε μέσα».
Βεβαίως, μια κάποια εξήγηση, ένα δείγμα προβληματισμού για τις αποκλίσεις, δεν θα έβλαπτε.
Οι υπουργός και υφυπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Πιερρακάκης και Πετραλιά, σημειώνουν ότι «οι προκλήσεις του 2027 είναι πολλές και σημαντικές».
Εν πλήρη ψυχραιμία όμως, διαβεβαιώνουν ότι «η ελληνική οικονομία έχει εισέλθει σε μία περίοδο προόδου και ευημερίας με συνεχώς βελτιούμενες προοπτικές, που είναι ευθύνη όλων μας να διαφυλάξουμε».
Κάτι μου θυμίζουν αυτές οι «ψύχραιμες» διαβεβαιώσεις, αλλά το αφήνω για όταν θα μπούμε στην εις βάθος συζήτηση επί της οικονομικής πολιτικής.
Ας προσέξουμε καλύτερα τις αποκλίσεις μεταξύ περυσινών διαβεβαιώσεων και τρεχουσών επιβεβαιώσεων, αφού αυτό μπορεί με κάποια άνεση να μας προετοιμάσει για ενδεχόμενες αποκλίσεις στον προτεινόμενο Προϋπολογισμό του Κράτους για το έτος 2027.
Το μεγάλο «off» (όχι όμως και «φάουλ») καταγράφεται, προφανώς, στον πληθωρισμό.
Πίστευαν πέρυσι: «Ο ρυθμός αύξησης του Εν.ΔΤΚ το 2026 προβλέπεται να διαμορφωθεί σε 2,2%, (ήταν στο 3% τα δύο προηγούμενα χρόνια, θυμίζω) προσεγγίζοντας τον μεσοπρόθεσμο στόχο της ΕΚΤ».
Τελικά όμως, ο ετήσιος δείκτης τιμών διαμορφώνεται, μέχρι στιγμής, πάνω από το 5% και δύσκολα θα πέσει παρακάτω. Ακόμη και ο κινητός μέσος των τελευταίων 12 μηνών, μια καλύτερη ένδειξη των τάσεων, ξεπερνά ήδη το 3,5%. Σε κάθε περίπτωση, η απόκλιση είναι πολύ μεγάλη για να μην αξίζει ενός κάποιου προβληματισμού, έστω χλιώδους.
Δεν ισχυρίζομαι πως πρέπει να ρίξουμε αυτό το φταίξιμο στην οικονομική ηγεσία της διακυβέρνησης. Η πραγματική της ευθύνη είναι στην απουσία επαρκών ανακλαστικών επί των επιπτώσεων της πληθωριστικής απόκλισης. Σε τελευταία ανάλυση, ένα σωρευμένος πληθωρισμός της τάξεως του 26% από την αρχή της διακυβέρνησης Μητσοτάκη χρίζει μιας κάποιας προσοχής.
Το ζήτημα βρίσκεται, προφανώς, στις επιπτώσεις επί των εισοδημάτων των μισθωτών, που σηκώνουν στους ώμους τους (και τα πορτοφόλια τους) τα βαρύτατα βάρη της υποτίμησης σε αξία των ευρώ που κερδίζουν με την εργασία τους.
Είναι αλήθεια ότι, όπως μας λέει το Προσχέδιο, η εκτιμώμενη αύξηση για τις συνολικές αμοιβές εξαρτημένης εργασίας εκτιμάται σε 4,6% το 2027 από 4,4% το 2026. Είχε μάλιστα προηγηθεί αύξηση κατά 6,3% το 2025. Τα «κέρδη» αυτά όμως οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στην άνοδο της απασχόλησης (με μείωση της ανεργίας) και όχι τόσο στην πραγματική βελτίωση των ατομικών εισοδημάτων από μισθωτή εργασία.
Αυτό είναι πραγματικό και ουσιαστικό πρόβλημα για τις οικογένειες και τα άτομα που εξαρτώνται από την εργασία τους και όχι από επιχειρηματικές ή ελευθερο-επαγγελματικές δραστηριότητες.
Φαίνεται άλλωστε και σε μια άλλη εκτίμηση του Προσχεδίου σύμφωνα με την οποία «η παραγωγικότητα της εργασίας προβλέπεται να ενισχυθεί κατά 2,0% το 2027 έναντι 1,5% το 2026».
Πολύ ασθενικά και τα δύο. Σίγουρα δεν μπορούν να τροφοδοτήσουν τις βιοποριστικές ανάγκες των ατόμων και ακόμη λιγότερο να στηρίξουν τις απαιτήσεις τους για μια (κάποια) καλύτερη ζωή.
Η ίδια τάση φαίνεται και από το γεγονός ότι ο «ρυθμός αύξησης του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος προβλέπεται να διαμορφωθεί σε 1,9% το 2027» (σελ. 24).
Στην κρίση, αυτοί που χάνουν τα περισσότερα είναι οι μισθωτοί. Συνέβη διαρκούσης της μεγάλης δημοσιονομικής κρίσης. Οι μισθωτοί πλήρωσαν το μεγαλύτερο βάρος της απαραίτητης προσαρμοχής. Όλα δείχνουν ότι θα συμβεί ξανά τώρα λόγω της εξελισσόμενης πληθωριστικής κρίσης.
Σίγουρα αξίζουν μεγαλύτερης φροντίδας στον τελευταίο αυτόν προϋπολογισμό της παρούσας διακυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη. Τουλάχιστον με την τιμαριθμοποίηση της κλίμακας και τη μείωση των συντελεστών φορολόγησής τους.
Πηγή: liberal.gr

