Γράφει ο Γ. Μεϊμάρογλου
Τα αποτελέσματα των εκλογών σε ορισμένα γερμανικά ομοσπονδιακά κρατίδια μας έβγαλαν τον τελευταίο μήνα, έστω και για λίγο, έξω από το εθνικό μας καβούκι υπενθυμίζοντάς μας τους διεθνείς πολιτικούς συσχετισμούς όπως διαμορφώνονται μερικούς μήνες πριν και από τις δικές μας βουλευτικές εκλογές.
Ο θρίαμβος του ακροδεξιού, με νεοναζιστικές καταβολές, AfD που κέρδισε πρωτιές και είδε τις δυνάμεις του να πολλαπλασιάζονται δεν ταρακούνησε μόνο τα συστημικά κόμματα της Γερμανίας αλλά και την εφησυχάζουσα ευρωπαϊκή ηγεσία που δεν συνειδητοποιεί ότι αν δεν γίνουν άμεσα ριζικές αλλαγές θα κινδυνεύσει με κατάρρευση το ευρωπαϊκό οικοδόμημα.
Μαζί με τη ραγδαία άνοδο της Ακροδεξιάς πρέπει να συνυπολογίσει κανείς και το γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος απογοητευμένων από τις κυβερνητικές πολιτικές ψηφοφόρων, νέων κυρίως, στράφηκε προς την πρώην κομμουνιστική Αριστερά της DDR γοητευμένο από τις ανατρεπιτικές της προτάσεις στα οξυμένα προβλήματα της καθημερινότητας.
Το γεγονός ότι οι εκλογές αυτές ήταν τοπικές και ότι ο καγκελάριος Μερτς διαβεβαίωσε ότι θα παραμείνει στη θέση του δεν μπορεί να υποβαθμίσει το εκκωφαντικό αποτέλεσμα ούτε και να μειώσει τις επιπτώσεις του στον κομματικό χάρτη της Γερμανίας. Ήταν ένα καθαρό μήνυμα λαϊκής οργής που αλλάζει τις πολιτικές ισορροπίες της χώρας.
Εξ άλλου οι δημοσκοπήσεις στη Γαλλία, τη δεύτερη οικονομικά ατμομηχανή της Ευρώπης, κάθε άλλο παρά ενθαρρυντικές είναι για τις φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις. Η ακροδεξιά Λε Πεν προηγείται σταθερά με σημαντική διαφορά με τον ανεκδιήγητο Μελανσόν, επικεφαλής του «νέου λαϊκού μετώπου» να ακολουθεί περνώντας στον δεύτερο γύρο.
Στην Μ.Βρετανία ο λαϊκιστής Φάρατζ, εκ των βασικών αρχιτεκτόνων του Brexit, κερδίζει συνεχώς έδαφος ενώ στην Ιταλία η Μελόνι δεν έχει αντίπαλο ούτε στο δικό της ούτε στο αντίπαλο δημοκρατικό στρατόπεδο. Ακόμα και στην σοσιαλδημοκρατική Σουηδία η νίκη του προοδευτικού πόλου ήταν εντελώς οριακή.
Στη χώρα μας οι δημοσκοπήσεις καλά κρατούν με τα ποιοτικά τους χαρακτηριστικά να περνούν σε δεύτερη μοίρα αφού αυτό που απασχολεί τους περισσότερους αναλυτές είναι τα ποσοστά των κομμάτων και η αναζήτηση της απάντησης σε δύο κυρίαρχα ερωτήματα. Το ένα ερώτημα είναι αν η ΝΔ μπορεί να εξασφαλίσει νέα αυτοδυναμία και το άλλο είναι ποιο κόμμα θα έρθει δεύτερο.
Το κοινό σχεδόν εύρημα των ερευνών, ότι δηλαδή τα τρία πρώτα κόμματα συγκεντρώνουν στην πρόθεση ψήφου μόλις το 50% περίπου όσων προτίθενται να ψηφίσουν οι οποίοι δεν αναμένεται να υπερβούν, στην καλύτερη περίπτωση, το 55% του συνόλου του εκλογικού σώματος δεν φαίνεται να απασχολεί ιδιαίτερα. Ούτε και η καλπάζουσα αποχή.
Για όσους τυχόν εξακολουθούν να πιστεύουν ότι ο νεοναζιστικός εφιάλτης τελείωσε με την καταδίκη και φυλάκιση των πρωτοπαλίκαρων της Χρυσής Αυγής, ήρθε ο αποφυλακισθείς Κασιδιάρης να τους προσγειώσει στη σημερινή πραγματικότητα μιλώντας για «νέο ισχυρό εθνικό κόμμα, όπως αυτά που κυριαρχούν σε όλη την Ευρώπη».
Κάνουν μεγάλο λάθος όσοι εναποθέτουν τις ελπίδες τους για την υπεράσπιση της δημοκρατίας στον Άρειο Πάγο. Η σύγκρουση με το τέρας του φασισμού δεν είναι θέμα νομικό αλλά βαθιά κοινωνικό και ιδεολογικό. Στη σύγκρουση αυτή δεν χωρούν πολιτικές υστεροβουλίες και κομματικές σκοπιμότητες.
Μπορεί το χρονικό διάστημα που μας χωρίζει από τις κάλπες να είναι σχετικά μικρό, ωστόσο, το πολιτικό σκηνικό παραμένει ακόμα ρευστό. Κόμματα που εμφανίστηκαν πρόσφατα εξαϋλώνονται ή καθηλώνονται δημοσκοπικά ενώ άλλα κόμματα προαναγγέλλονται χωρίς να έχουν κάνει ακόμα επίσημα την εμφάνισή τους όπως αυτό που σχεδιάζει να ιδρύσει ο Αντώνης Σαμαράς.
Η πολιτική εμπειρία από το προηγούμενο πολιτικό του εγχείρημα δείχνει ότι ο πρώην πρωθυπουργός επιδιώκει να μειώσει τις πιθανότητες της ΝΔ να πετύχει τον στόχο της τρίτης διαδοχικής αυτοδυναμίας και, πάντως, την αλλαγή της ηγεσίας της. Οι γνωστές και από το αντιμνημονιακό του παρελθόν θέσεις δεν προοιωνίζονται τίποτα το καλό για τη χώρα.
Το πλειοψηφικό αίτημα της κοινωνίας για πολιτική αλλαγή γίνεται ολοένα και πιο έντονο. Με τη δεύτερη θητεία να βαδίζει προς την ολοκλήρωσή της, η κυβέρνηση εξάντλησε το χρονικό περιθώριο για την υλοποίηση των προ οκταετίας δεσμεύσεών της. Η αδυναμία να τα βάλει με το πελατειακό κράτος, τα φαινόμενα της διαφθοράς και τα θεσμικά ολισθήματα, τα – ομολογημένα και μη – λάθη που έγιναν είναι αδιαμφισβήτητη απόδειξη της ανάγκης για αλλαγή.
Το ΠΑΣΟΚ, υπηρετώντας αυτή την ανάγκη, οφείλει να κερδίσει την πλειοψηφία της κοινωνίας στη βάση των προγραμματικών του προτάσεων κρατώντας πάντα ανοιχτό το μέτωπο κατά της Ακροδεξιάς και του λαϊκισμού. Η ενθάρρυνση ή η επίδειξη ανοχής στις πιέσεις των άκρων αποθρασύνει τη δράση τους.
Η πολιτική αλλαγή πρέπει να έρθει ως αποτέλεσμα της νίκης των ιδεολογικών και πολιτικών θέσεων της δημοκρατικής παράταξης και όχι ως αποτέλεσμα της πολιτικής επιβίωσης εθνικιστικών και ρατσιστικών απόψεων που ναρκοθετούν την ειρήνη και υπονομεύουν τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ειδικά σήμερα που η Ακροδεξιά απειλεί τη δημοκρατία και την πορεία της ευρωπαϊκής ενοποίησης.
*O Γιάννης Μεϊμάρογλου, εκδότης του metarithmisi.gr
Πηγή: liberal.gr

