Skip to content
ΑΠΟΨΕΙΣ

Η κρίση στα ομόλογα μας αφορά όλους: Τι φέρνει το τέλος του φθηνού χρήματος

Του Κωνσταντίνου Χαροκόπου

Η παγκόσμια αγορά κρατικών ομολόγων βρίσκεται ξανά σε καθεστώς έντονης πίεσης, με τις αποδόσεις των μακροπρόθεσμων τίτλων να ανεβαίνουν σε επίπεδα που παραπέμπουν σε μια διαφορετική εποχή για το κόστος χρήματος. Από τη Γερμανία και τη Βρετανία έως τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία, οι επενδυτές ζητούν μεγαλύτερες αποδόσεις για να αγοράσουν και να διακρατήσουν κρατικό χρέος, καθώς ο συνδυασμός γεωπολιτικού κινδύνου, ενεργειακού σοκ, πληθωρισμού και δημοσιονομικών ελλειμμάτων μεταβάλλει τις προσδοκίες για τα επιτόκια.

Το μήνυμα των επενδυτών προς τις αγορές χρέους και τις κυβερνήσεις είναι σαφές, και δεν περιορίζεται σε μια μόνο αγορά. Οι αναλυτές αναφέρονται σε ένα «global repricing» του κινδύνου και του κόστους δανεισμού.

Στις ΗΠΑ η απόδοση του αμερικανικού 30ετούς ομολόγου έφθασε περίπου στο 5,32%, που είναι το υψηλότερο επίπεδο από τον Ιούνιο του 2007. Το δε 10ετές κινήθηκε κοντά στο 4,74%.

Το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι η άνοδος των μακροπρόθεσμων αποδόσεων δεν εξηγείται αποκλειστικά από τις προσδοκίες για τη νομισματική πολιτική της Federal Reserve. Οι επενδυτές ζητούν μεγαλύτερη απόδοση για να αναλάβουν τον κίνδυνο να δεσμεύσουν τα κεφάλαιά τους για 10, 20 ή 30 χρόνια.

Ο λόγος είναι διπλός.

Κατά πρώτον, το αμερικανικό δημόσιο χρέος πλησιάζει τα $40 τρισ., ενώ τα δημοσιονομικά ελλείμματα παραμένουν υψηλά και διογκούμενα. Και κατά δεύτερον, η προσφορά ομολόγων αναγκαστικά αυξάνεται, ενώ οι αγορές βλέπουν πλέον μεγαλύτερη αβεβαιότητα σχετικά με τον πληθωρισμό και τη μακροχρόνια δημοσιονομική πορεία των ΗΠΑ.

Αυτό δεν σημαίνει ότι έχει εκδηλωθεί ακόμα αποχή από την πλευρά των αγοραστών, αυτό που οι αναλυτές της Wall Street, ονομάζουν  «buyers’ strike». Οι επενδυτές εξακολουθούν να αγοράζουν αμερικανικούς τίτλους χρέους και η ζήτηση παραμένει σημαντική. Όμως απαιτούν υψηλότερη τιμή για να χρηματοδοτήσουν το αμερικανικό κράτος.

Στην Ευρώπη, η απόδοση του γερμανικού 10ετούς Bund κινείται στην περιοχή του 3,22%-3,27%, φθάνοντας στα υψηλότερα επίπεδα από το 2011. Παράλληλα, το διετές «Schatz» πλησίασε το 2,82%, καθώς η αγορά αυξάνει τις πιθανότητες για υψηλότερα επιτόκια από την πλευρά της ΕΚΤ.

Η εξέλιξη είναι ιδιαίτερα σημαντική για την Ευρωζώνη. Το γερμανικό Bund αποτελεί το βασικό σημείο αναφοράς για την αποτίμηση σχεδόν ολόκληρης της ευρωπαϊκής αγοράς κρατικού και εταιρικού χρέους. Όταν ανεβαίνει η γερμανική απόδοση, αυξάνεται το κόστος χρηματοδότησης όχι μόνο του Βερολίνου αλλά, μέσω των spreads, και των υπόλοιπων κρατών-μελών.

Η πίεση είναι ακόμη μεγαλύτερη στις χώρες με υψηλό χρέος. Η απόδοση του 10ετούς ιταλικού ομολόγου κινήθηκε γύρω από το 4,06%, ενώ η Γαλλία βρίσκεται επίσης αντιμέτωπη με σημαντική άνοδο του κόστους δανεισμού.

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει ήδη προειδοποιήσει ότι η πλήρης επίδραση του ενεργειακού σοκ στον πληθωρισμό δεν έχει ακόμη εμφανιστεί.

Στη συνεδρίαση του Ιουλίου μπορεί να κράτησε τα επιτόκια αμετάβλητα στο 2,25%, όμως η Christine Lagarde τόνισε ότι η ΕΚΤ παρακολουθεί στενά την ένταση, τη διάρκεια και τη διάχυση του ενεργειακού σοκ στο σύνολο της οικονομίας. Και δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι μόλις λίγες ημέρες αργότερα, δημοσκόπηση του Reuters μεταξύ οικονομολόγων έδειχνε ότι 83% ανέμεναν μία ακόμη αύξηση επιτοκίων τον Σεπτέμβριο, με το επιτόκιο καταθέσεων να προβλέπεται να οδηγηθεί στο 2,50%.

Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η κίνηση στην Ιαπωνία. Η απόδοση του 10ετούς JGB έφθασε στις 2,945%, στο υψηλότερο επίπεδο από τον Σεπτέμβριο του 1996. Η απόδοση του διετούς έφθασε στο υψηλότερο επίπεδο από το 1995, ενώ το 30ετές JGB ξεπέρασε το 4,1%.

Η Ιαπωνία έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή επί δεκαετίες αποτελούσε την κατ’ εξοχήν αγορά του φθηνού χρήματος. Η άνοδος των αποδόσεων σημαίνει ότι και το ιαπωνικό κεφάλαιο γίνεται ακριβότερο. Αυτό μπορεί να έχει και διεθνείς επιπτώσεις. Για χρόνια, Ιάπωνες επενδυτές διοχέτευαν κεφάλαια σε αμερικανικά και ευρωπαϊκά ομόλογα επειδή οι εγχώριες αποδόσεις ήταν εξαιρετικά χαμηλές. Όσο ανεβαίνουν οι αποδόσεις στην Ιαπωνία, η επαναπατρισμός κεφαλαίων γίνεται περισσότερο ελκυστικός.

Η κρίση στα ομόλογα δεν αφορά μόνο τις κυβερνήσεις και τους επενδυτές των αγορών ομολόγων. Αφορά όλον τον κύκλο της οικονομίας και της κοινωνίας. Διότι τα κρατικά ομόλογα απανταχού της Γης λειτουργούν ως σημεία αναφοράς.

Όταν το αμερικανικό, το γερμανικό ή το ελληνικό δημόσιο κράτος εκδίδει ένα 10ετές ομόλογο, ουσιαστικά τι λέει;

Δάνεισε μου 1.000 δολάρια ή ευρώ σήμερα και θα σου πληρώνω τόκο κάθε χρόνο και θα σου επιστρέψω τα 1.000 δολάρια ή ευρώ σε 10 χρόνια.

Επομένως, αν οι επενδυτές ζητήσουν από τον εκδότη των ομολόγων ένα επιτόκιο της τάξης του 4%, το δημόσιο πρέπει να πληρώσει περίπου 40 δολάρια ή ευρώ τον χρόνο για κάθε 1.000 δολάρια ή ευρώ δανεισμού. Εάν ζητήσουν 5%, τότε το δημόσιο θα πρέπει να καταβάλει ετησίως  50 δολάρια ή ευρώ.

Όταν όμως μια αμερικανική, γερμανική ή ελληνική εταιρεία, εκδίδει ένα 10ετές ομόλογο οι επενδυτές θα απαιτήσουν σημαντικά υψηλότερο επιτόκιο από το αντίστοιχο κρατικό ομόλογο.

Έτσι για παράδειγμα στη Γερμανία, εάν το επιτόκιο του 10ετούς ομολόγου είναι 3,2%, ένα εταιρικό ομόλογό θα πρέπει να έχει επιτόκιο στο 4,7%. Όπου η διαφορά του 1,5% ουσιαστικά είναι το κίνητρο για τον επενδυτή να προτιμήσει να δανείσει μια ιδιωτική εταιρεία, αντί για το γερμανικό δημόσιο. Το ίδιο θα συμβεί και με τις τράπεζες οι οποίες θα πληρώνουν υψηλότερα επιτόκια για τα κεφάλαια που θα αντλούν από τις αγορές.

Και αφού το κόστος του χρήματος αυξάνεται, οι τράπεζες συνεπακόλουθα θα προσφέρουν δάνεια με υψηλότερο επιτόκιο προς τους δανειολήπτες. Κάτι απόλυτα λογικό. Αφού η τράπεζα μπορεί να επενδύσει τα κεφάλαια της σε «no risk» ομόλογα με επιτόκιο 3,2%, γιατί να δώσει ένα στεγαστικό ή προσωπικό δάνειο με χαμηλό επιτόκιο όταν το δάνειο αυτό συνοδεύεται από κάποιο βαθμό ρίσκου;

Επομένως, η κρίση των ομολόγων δεν αφορά μόνο τα κράτη και τους εξειδικευμένους επενδυτές, αλλά και όλους εμάς.

Τα ομόλογα είναι η «τιμή» και το «κόστος» του χρήματος για το κράτος. Όταν ανεβαίνει η τιμή του χρήματος για το κράτος, σταδιακά ανεβαίνει και για όλους τους υπόλοιπους. Όταν πέφτει η τιμή ενός ομολόγου, όπως συμβαίνει σήμερα δεν πέφτει απλά η αξία ενός επενδυτικού προϊόντος. Ακριβαίνει το κόστος χρηματοδότησης ολόκληρης της οικονομίας.

Η πτώση των τιμών των ομολόγων, οδηγεί σε άνοδο των αποδόσεων.

Η άνοδος των αποδόσεων, οδηγεί σε ακριβότερο δανεισμό των κρατών.

Ο ακριβότερος δανεισμός των κρατών, οδηγεί σε ακριβότερο δανεισμό τραπεζών και επιχειρήσεων, καθώς και σε ακριβότερα στεγαστικά, επιχειρηματικά και καταναλωτικά δάνεια.

Το «ακριβότερο χρήμα», οδηγεί σε λιγότερη κατανάλωση και σε λιγότερες επενδύσεις.

Και όλα τα ανωτέρω οδηγούν σε χαμηλότερη ανάπτυξη.

Βέβαια, υπάρχει και μια άλλη πτυχή που επίσης επιδρά με δραστικό τρόπο πάνω στους πολίτες. Το υψηλότερο κόστος κρατικού δανεισμού, αναγκάζει τα κράτη να αυξάνουν τους φόρους, να μειώνουν τις δαπάνες και να ανακυκλώνουν με επικίνδυνη συχνότητα τις εκδόσεις των κρατικών ομολόγων.

Πηγή: liberal.gr