Του Γιώργου Καρελιά
Tο παρελθόν βαραίνει και τους δύο, αλλά δεν αποτελεί λόγο για το μεταξύ τους “εμφύλιο” που εμποδίζει κάθε είδους μελλοντική συνεργασία. Είναι αυτό που δεν έκανε ποτέ ο Ανδρέας Παπανδρέου.
Σήμερα συμπληρώνονται 45 χρόνια από την ιστορική επέτειο της 18ης Οκτωβρίου 1981. Δεν χρειάζεται να εξηγήσουμε το χαρακτηρισμό «ιστορική»: είναι πλέον πανθομολογούμενος, οι παλιότεροι γνωρίζουν και οι νεότεροι μπορούν να μάθουν με μερικά «κλικ».
Τα τελευταία χρόνια η επέτειος αυτή συνδέεται με την αποδυνάμωση του κόμματος που νίκησε τότε-του ΠΑΣΟΚ- και έκτοτε ήταν πρωταγωνιστής επί τρεις δεκαετίες στην πολιτική ζωή. Επιπλέον, τίθεται, ρητορικά φυσικά, το ερώτημα πώς θα αντιδρούσε σήμερα ο Ανδρέας Παπανδρέου, βλέποντας την καχεξία του κόμματος που ίδρυσε, αλλά και ολόκληρης της «προοδευτικής παράταξης».
Θα είναι αυθαιρεσία να ισχυριστεί κανείς ότι μπορεί να δοθεί απάντηση με παραπομπή μόνο στο μακρινό παρελθόν. Όμως, υπάρχουν δύο καίρια σημεία, που μπορούν και να εξηγήσουν τη σημερινή αδυναμία του προοδευτικού χώρου και να δώσουν μια συνταγή για τη θεραπεία της.
Πρώτον, το 1981 ο Ανδρέας κατάφερε να φέρει στην εξουσία μια παράταξη που στέγασε εκατομμύρια πολίτες από το προοδευτικό Κέντρο μέχρι την ευρεία Αριστερά. Αλλιώς δεν θα πετύχαινε ποτέ το 48%. Σήμερα τέτοια παράταξη δεν υπάρχει. Το κόμμα που ίδρυσε ο Ανδρέας, το ΠΑΣΟΚ, έχει πάψει να είναι παράταξη εξουσίας από το 2012 και δεν διαφαίνεται καμιά τέτοια προοπτική. Από το 2012 μέχρι και το 2019 ένα είδος τέτοια παράταξης ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ του Αλέξη Τσίπρα. Αλλά σήμερα η νέα απόπειρα του πρώην πρωθυπουργού να την αναβιώσει, με την ΕΛ.Α.Σ, δεν δείχνει ότι μπορεί να γίνει σύντομα πράξη.
Δεύτερον, ο Ανδρέας Παπανδρέου και το ΠΑΣΟΚ έφτασαν στην εξουσία και σε ποσοστά άνω του 40% ακολουθώντας το μονόδρομο που έχει μόνον έναν αντίπαλο, τη ΝΔ. Τον αποτυπώνουν οι λέξεις «μονομέτωπος αγώνας». Είναι αυτό που λένε εσχάτως τόσο ο Τσίπρας όσο και το ΠΑΣΟΚ. Όμως, όλοι βλέπουν και καταλαβαίνουν ότι στην πράξη αυτό δεν ισχύει. Και οι δύο κάνουν διμέτωπο, ο οποίος ουσιαστικά έχει εξελιχθεί σε μεταξύ τους μονομέτωπο για τη δεύτερη θέση.
Μια βασική αιτία γι’ αυτό (προβάλλεται ότι) είναι το παρελθόν. Αλληλοκατηγορούνται ότι «συνεργάστηκαν με τη Δεξιά». Και αυτό ισχύει. Το ΠΑΣΟΚ συγκυβέρνησε με τη ΝΔ του Αντώνη Σαμαρά την περίοδο 2012-2014. Και ο ΣΥΡΙΖΑ με τους ΑΝΕΛ του Πάνου Καμένου την περίοδο 2015-2019. Ο ισχυρισμός του ΠΑΣΟΚ ότι ο Τσίπρας συνεργάστηκε «με την ακροδεξιά» είναι αστείος, αφού και το ίδιο βρέθηκε στα ίδια κυβερνητικά έδρανα με πρόσωπα σαν τον Μάκη Βορίδη και τον Άδωνη Γεωργιάδη. Δεν είναι χειρότερος δεξιός ο Καμένος από αυτούς.
Επομένως, το παρελθόν βαραίνει και τους δύο, αλλά δεν αποτελεί λόγο για το μεταξύ τους «εμφύλιο» που εμποδίζει κάθε είδους μελλοντική συνεργασία. Είναι αυτό που δεν έκανε ποτέ ο Ανδρέας Παπανδρέου. Ο οποίος γνώριζε πώς να παραμερίζει τις ηγετικές αντιπάθειες και συγκρούσεις, να απευθύνεται στον κόσμο της ευρύτερης Αριστεράς και να φτάνει σε εκλογικά ποσοστά που σήμερα φαντάζουν εξωπραγματικά.
Θα αναφέρουμε μόνο ένα παράδειγμα. Την περίοδο του 1989 οι σχέσεις του ΠΑΣΟΚ με την παραδοσιακή Αριστερά έγιναν πολεμικές. Ο τότε ενιαίος Συνασπισμός συνεργάστηκε με τη ΝΔ και παρέπεμψαν τον Ανδρέα στο Ειδικό Δικαστήριο. Όμως, λίγα χρόνια, όταν πλησίαζε ξανά προς την εξουσία, είχε τη διορατικότητα και τη δύναμη να παραμερίσει το δηλητηριώδες παρελθόν και να απευθυνθεί στο σύνολο του προοδευτικού χώρου-και ειδικά στην Αριστερά. Πώς; Με μια φράση, την οποία αποτυπώσαμε σε τίτλο το Σεπτέμβριο του 1993. σε συνέντευξη που μου είχε δώσει για την ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ:

Ας κάνουμε τώρα μερικούς συσχετισμούς με τα σημερινά. Τα συμπεράσματα είναι τρία:
Πρώτον, η προοδευτική παράταξη, η Κεντροαριστερά, πολυδιασπασμένη, δεν έχει καμιά ελπίδα να ξαναγίνει παράταξη εξουσίας.
Δεύτερον, τα κόμματα, τα οποία μετά τη κρίση του 2009 εξέφρασαν αυτήν την παράταξη(πρώτα το ΠΑΣΟΚ και μετά ο ΣΥΡΙΖΑ) δεν πρέπει να έχουν ψευδαισθήσεις. Χωρίς να βρουν τρόπους συνεννόησης και συμπαράταξης, δεν μπορούν να απειλήσουν τη ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη, έστω κι αν αυτή είναι φθαρμένη και με μειωμένη δύναμη.
Τρίτον, όσοι ηγούνται πρέπει να είναι σε θέση να βγαίνουν από τα μικροκομματικά καλούπια, να παραμερίζουν πικρίες του παρελθόντος και να βλέπουν με ρεαλισμό το σήμερα, για να μπορούν να ελπίζουν για καλύτερο αύριο.
Αυτό το άρθρο γράφεται με αφορμή μια επέτειο του μακρινού παρελθόντος. Το παρελθόν προσφέρεται για συμπεράσματα, αλλά δεν λύνει σημερινά προβλήματα. Το λέει πολύ καλά αυτή η ρωσική παροιμία: «Το παρελθόν είναι φάρος, όχι λιμάνι».
Και το λιμάνι πρέπει να το βρουν οι σημερινοί, αντί να πελαγοδρομούν…
Πηγή: news247.gr

