Skip to content
ΑΠΟΨΕΙΣ

Για τη μάχη για τη δεύτερη θέση

Του Ζαχαρία Ζούπη

Η μάχη ΕΛ.Α.Σ. – ΠΑΣΟΚ για τη 2η θέση μαίνεται, φτάνοντας σε σημεία ύβρεων, προσωπικών υπονοούμενων, ενώ δείχνει να είναι στατιστικά ανοικτή. Είναι σίγουρο δε ότι θα αγριέψει το επόμενο διάστημα. Γνωρίζουν και οι δύο πρωταγωνιστές ότι στην προοπτική δεύτερων εκλογών, ο 2ος θα έχει παραπέρα εισπράξεις και ενίσχυση της δύναμής του, ενώ ο τρίτος θα βρεθεί μπροστά σε κρίσιμα διλήμματα και θα πιεστεί αφόρητα.

Ωστόσο, δεν πρέπει να διαφεύγει κάτι σημαντικό. Η μάχη αυτή αφορά σε κάτι ευρύτερο από τη σειρά κατάταξης στις δημοσκοπήσεις: ποιος θα αποκτήσει την πολιτική πρωτοβουλία στην αντιπολίτευση και ποιος θα μπορεί να διεκδικήσει πειστικά την εκπροσώπηση της εναλλακτικής διακυβέρνησης. Η ΕΛ.Α.Σ. διατηρεί αυτή τη στιγμή το προβάδισμα προηγούμενη κατά μέσο όρο 3% – 3,5%.

Ωστόσο, το ΠΑΣΟΚ έχει μειώσει την απόσταση σε σχέση με τη διαφορά που βλέπαμε στις δημοσκοπήσεις μέχρι τον Ιούλιο και έφτανε το 6%. Ανάμεσα όμως στη δημοσκοπική ανάκαμψη και στην ανατροπή μεσολαβεί μια απαιτητική πολιτική διαδρομή.

Είναι προφανές: η διαφορά παραμένει διακριτή, αλλά δεν επιτρέπει προεξόφληση του αποτελέσματος. Η υποχώρησή της από περίπου έξι μονάδες το καλοκαίρι μεταβάλλει τις προσδοκίες, χωρίς βέβαια αυτομάτως να αντιστρέφει τους συσχετισμούς.

Το πολιτικό συμπέρασμα είναι ότι η σύγκλιση των ποσοστών προκύπτει και από τις δύο πλευρές: από τη μία κάμψη της ΕΛ.Α.Σ. και από την άλλη ενίσχυση του ΠΑΣΟΚ. Δεν αποδεικνύεται, ωστόσο, ότι πρόκειται αποκλειστικά για απευθείας μετακινήσεις μεταξύ τους. Ούτε μπορεί η ταχύτητα των τελευταίων δύο μηνών να προεκταθεί μηχανικά μέχρι τις κάλπες.

Το ισχυρότερο πλεονέκτημα της ΕΛ.Α.Σ. είναι η ηγετική αναγνωρισιμότητα του Αλέξη Τσίπρα και η προηγούμενη πρωθυπουργική εμπειρία του. Το προβάδισμά της προσφέρει επιπλέον ένα επιχείρημα χρήσιμης ψήφου: ότι αποτελεί την ισχυρότερη διαθέσιμη επιλογή για όσους επιδιώκουν αλλαγή κυβέρνησης.

Η συνεχιζόμενη αναδιάταξη του χώρου του πρώην ΣΥΡΙΖΑ προσφέρει δυνατότητες συγκέντρωσης ψηφοφόρων και στελεχών. Το ίδιο πολιτικό κεφάλαιο, όμως, περιλαμβάνει και τις βασικές αδυναμίες της. Η κυβερνητική θητεία του Τσίπρα αξιολογείται μαζί με τις αντιφάσεις και τις απογοητεύσεις της. Η προσωπική του απήχηση όμως δεν εξασφαλίζει αυτομάτως οργανωτική επάρκεια, συνεκτική στελεχιακή ομάδα και παρουσία σε κάθε εκλογική περιφέρεια. Η ΕΛ.Α.Σ. χρειάζεται να εξηγήσει τι προσθέτει πολιτικά η νέα της συγκρότηση πέρα από την επιστροφή ενός γνωστού ηγέτη. Πρόκειται για κρίσιμα ζητήματα.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ευκαιρία της: να μετατρέψει την αρχική συσπείρωση σε ευρύτερη κοινωνική εκπροσώπηση, με συγκεκριμένες, κοστολογημένες προτάσεις και άνοιγμα πέρα από τις παλαιές δεξαμενές. Η απειλή είναι να εξαντληθεί πρόωρα η δυναμική της επανεκκίνησης.

Αν η στασιμότητα παραταθεί και πολύ περισσότερο αν σημειώσει ακόμα και μικρή παραπέρα κάμψη, το επιχείρημα του αδιαμφισβήτητου αντιπολιτευτικού πόλου θα αποδυναμώνεται. Τότε ίσως πολίτες να το ξανασκεφτούν, μη βλέποντας τη δυναμική που περίμεναν, με φιλοδοξία ότι μπορεί να φτάσουν τα ποσοστά τους ακόμα και το 20%.

Το ΠΑΣΟΚ από την πλευρά του διαθέτει διαφορετικά εφόδια: Διαθέτει οργανωτική συνέχεια, δίκτυα στην αυτοδιοίκηση και στους επαγγελματικούς χώρους, στελεχιακό απόθεμα και ένα πρόγραμμα που είτε κάποιος συμφωνεί είτε διαφωνεί, δέχεται ότι αρχή, μέση και τέλος.

Υπάρχει όμως και το στοιχείο της κοινοβουλευτικής παρέμβασης και μάλιστα με τις δυνατότητες του κόμματος Αξιωματικής Αντιπολίτευσης. Αυτά μπορούν να στηρίξουν μια εικόνα θεσμικής σοβαρότητας και προγραμματικής προετοιμασίας, ιδιαίτερα απέναντι σε πολίτες που αναζητούν αλλαγή με προβλεψιμότητα.

Η αδυναμία του είναι ότι αυτά τα χαρακτηριστικά δεν έχουν δημιουργήσει δυναμική εξουσίας, αφού παρά τον στόχο του για πρωτιά, απέχει 18% από τη Ν.Δ και μόλις το 5% πιστεύει στη ρεαλιστικότητα αυτού του στόχου. Ο Νίκος Ανδρουλάκης πρέπει να πείσει ότι μπορεί να διευρύνει ουσιαστικά την επιρροή του κόμματος και να ηγηθεί κυβερνητικής εναλλακτικής.

Χρειάζεται επίσης καθαρότερη απάντηση για τις μετεκλογικές επιλογές του: η ασάφεια μπορεί να συγκρατεί προσωρινά διαφορετικά ακροατήρια, αλλά δυσκολεύει την οικοδόμηση εμπιστοσύνης. Όπως χρειάζεται να ξανασκεφτεί πώς θα αγγίξει τα μεσοστρώματα των αστικών κέντρων, πώς θα ανέβει ειδικά στο Λεκανοπέδιο που αποτελεί περίπου το 35% του εκλογικού σώματος.

Η ευκαιρία του ΠΑΣΟΚ είναι να προσελκύσει ταυτόχρονα απογοητευμένους κεντρώους ψηφοφόρους και κεντροαριστερούς που δεν επιθυμούν επιστροφή στον Τσίπρα. Η απειλή είναι διπλή: να πιεστεί από την ΕΛ.Α.Σ. μέσω της χρήσιμης αντιπολιτευτικής ψήφου και από τη ΝΔ μέσω του αιτήματος κυβερνητικής σταθερότητας. Μια τρίτη θέση θα επιβάρυνε αναπόφευκτα και την εσωκομματική συζήτηση. Ας μην ξεχνιέται ότι επί δύο και πάνω χρόνια πριν από την εμφάνιση της ΕΛΑΣ παρουσίαζε εκτίμηση ψήφου 12,5%-13,5%, που τον Ιούλιο έφτασε στο 11%-11.5%.

Άρα πρέπει να δείξει ότι έχει τα καύσιμα για άνοδο, μη περιμένοντας απλώς μια πιθανή κάμψη της ΕΛ.Α.Σ. Η ΕΛ.Α.Σ. δεν είναι ΠΛΕΥΣΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ που πέρυσι πέταξε στο 15%-16% στο κλίμα των συλλαλητηρίων για τα Τέμπη εκτοπίζοντας από τη δεύτερη θέση το ΠΑΣΟΚ και τώρα βρίσκεται στο 5% – 5,5%.

Οι πρόσφατες  προσωπικές αντιπαραθέσεις αποκαλύπτουν το βάρος του διακυβεύματος. Οι απαξιωτικές αναφορές στις ικανότητες του αντιπάλου και οι αμοιβαίες καταγγελίες για χρέη, χρηματοδότηση και οικονομικά συμφέροντα μεταφέρουν τη σύγκρουση από την πολιτική πρόταση στην προσωπική αξιοπιστία.

Η όξυνση μπορεί να συσπειρώνει κομματικά ακροατήρια, αλλά δυσκολεύει την προσέγγιση των αναποφάσιστων και υπονομεύει μελλοντικές συνεννοήσεις. Δημιουργεί προϋποθέσεις απαξίωσης και απογοήτευσης ψηφοφόρων. Όποιος φανεί ότι πρωτοστατεί στη διαμόρφωση ενός τέτοιου κλίματος, «θα την πληρώσει». Κάθε δείγμα αλαζονείας, εχθροπάθειας, απαράδεκτων χαρακτηρισμών θα πιστώνεται αρνητικά.

Η ΕΛ.Α.Σ. έχει ακόμη το πλεονέκτημα της θέσης. Ωστόσο, το ΠΑΣΟΚ έχει αποκτήσει περισσότερο χώρο για να την αμφισβητήσει. Τελικά, θα μετρήσει ποιος μπορεί να κερδίσει εμπιστοσύνη πέρα από το ήδη πεισμένο ακροατήριό του. Η δεύτερη θέση θα αποκτήσει πολιτικό περιεχόμενο μόνο εφόσον συνοδευτεί από πειστική απάντηση στο ερώτημα της διακυβέρνησης.

Ας σκεφτούμε πάντως δύο κρίσιμα ζητήματα: Πρώτο, για να πειστεί η κοινωνία ότι κάτι ελπιδοφόρο θα προκύψει, χρειάζεται να βλέπει και δύναμη. Αν η αντιπαράθεση για παράδειγμα οδηγήσει ακόμα και ο δεύτερος να παίρνει 15%- 16%, θα αποτελεί μια πύρρειο νίκη αφού θα απέχει 12% από τη σημερινή δύναμη της Ν.Δ.

Πώς θα πείσει μετά «ο νικητής της μάχης», ότι μπορεί να κοιτάξει στα μάτια τον Κ. Μητσοτάκη και να τον αντιμετωπίσει; Δεύτερο, είναι σημαντικό αντί για συζήτηση επί ποσοστών, να μιλάμε επί αριθμού ψηφοφόρων. Αν θεωρούσαμε ότι η ΕΛΑΣ παρέμενε σταθερή στα σημερινά  ποσοστά, το ΠΑΣΟΚ θα χρειαζόταν 160.000 – 180.000 ψήφους για να περάσει δεύτερο. Δεν είναι μικρός αριθμός ψήφων, αν κάποιος σκεφτεί ότι στις Βουλευτικέςεκλογές του 2023 πήρε 617.487 ψήφους και στις Ευρωεκλογές 508.431 ψήφους.

Στο επόμενο διάστημα θα κριθούν όλα. Συχνά  οι πολιτικές δυναμικές ξεπερνούν την εικόνα της στιγμής.

* Ο Zαχαρίας Ζούπης, στέλεχος εταιριών έρευνας αγοράς, δημοσκοπήσεων και επικοινωνίας από την δεκαετία του ‘90, είναι σήμερα Διευθυντής Ερευνών και Στρατηγικής Επικοινωνίας της OPINION POLL. Είχε την ευθύνη του σχεδιασμού, της υλοποίησης και της επιστημονικής επιμέλειας ερευνητικών προγραμμάτων και στρατηγικής επικοινωνίας. Έχει διεξάγει πολυάριθμες πολιτικές, αυτοδιοικητικές, κοινωνικές, εμπορικές έρευνες και focus groups. Έχει γράψει εκατοντάδες άρθρα και δύο βιβλία («Εκεί γύρω στα τριάντα», «40+1 άρθρα για την Κεντροαριστερά»).

Πηγή: liberal.gr