Του Δημήτρη Καμπουράκη
Έχει κάτι το σουρεαλιστικό η σημερινή Γαλλία που καίγεται. Από τη μια, οι Γάλλοι συρρέουν στους κινηματογράφους για να αποθεώσουν τον στρατηγό Ντε Γκολ κι από την άλλη βγαίνουν στους δρόμους, στήνουν οδοφράγματα, συγκρούονται με την αστυνομία και ονειρεύονται έναν καινούριο Μάη του ’68. Και το ωραιότερο; Ο άνθρωπος που νίκησε πολιτικά τον ιστορικό Μάη του ’68 ήταν ακριβώς αυτός που σήμερα χειροκροτούν στη μεγάλη οθόνη. Ο Ντε Γκολ. Αν δεν είναι αυτό γαλλική αντίφαση, τότε τι είναι; Να αποθεώνεις τον άνθρωπο που έσβησε μια επανάσταση την ίδια στιγμή που προσπαθείς να την ξανακάνεις.
Η κινηματογραφική υπερπαραγωγή «Η Μάχη του Ντε Γκολ» έχει ξεπεράσει τα πέντε εκατομμύρια εισιτήρια, με το ενδιαφέρον να διατηρείται επί μήνες. Ακόμη και νεανικά κοινά, που μέχρι χθες θεωρούσαν τον στρατηγό κάτι μεταξύ σχολικού αγάλματος και ονόματος λεωφόρου, ανακάλυψαν μέσα από την ταινία έναν άνθρωπο που τόλμησε να αντισταθεί στον Χίτλερ όταν η πατρίδα του είχε γονατίσει. Έναν ηγέτη που διέθετε όραμα, πυγμή, πείσμα και κυρίως την πεποίθηση ότι η Ιστορία δεν γράφεται από τους διαχειριστές της καθημερινότητας, αλλά από εκείνους που τολμούν να της αλλάξουν κατεύθυνση.
Και την ίδια στιγμή, ογδόντα περίπου χρόνια μετά τον πόλεμο και πενήντα οκτώ μετά τον περίφημο Μάη, η γαλλική νεολαία ξαναβγαίνει στους δρόμους. Το Σάββατο, από 550.000 μέχρι 800.000 άνθρωποι διαδήλωσαν σε ολόκληρη τη χώρα. Μαθητές, φοιτητές, εργαζόμενοι, συνδικάτα, παλιοί αγανακτισμένοι με κίτρινα γιλέκα. Διαμαρτύρονται για την ακρίβεια, την εκπαίδευση, τις κοινωνικές ανισότητες, το μέλλον που βλέπουν να στενεύει μπροστά τους. Μαζί τους βέβαια εμφανίστηκαν και οι επαγγελματίες της καταστροφής, με εμπρησμούς, λεηλασίες και βανδαλισμούς που δεν έχουν καμία σχέση με τη διεκδίκηση ενός καλύτερου κόσμου.
Το 1968 τα πράγματα ήταν διαφορετικά, αλλά όχι εντελώς. Τότε η αφετηρία ήταν η εξέγερση των φοιτητών της Ναντέρ και της Σορβόννης εναντίον ενός αυταρχικού εκπαιδευτικού και κοινωνικού συστήματος. Ακολούθησαν οδοφράγματα, συγκρούσεις και βίαια επεισόδια, διότι ας μη μυθοποιούμε το παρελθόν, ούτε εκείνος ο Μάης υπήρξε απολύτως ειρηνικός. Ύστερα μπήκαν στο παιχνίδι οι εργάτες. Σχεδόν δέκα εκατομμύρια απέργησαν, τα εργοστάσια σταμάτησαν, η Γαλλία παρέλυσε. Στους τοίχους γράφονταν συνθήματα που έμειναν στην Ιστορία. «Η φαντασία στην εξουσία». «Να είστε ρεαλιστές, ζητήστε το αδύνατο». Μια ολόκληρη γενιά πίστεψε πως μπορούσε να γκρεμίσει τον παλιό κόσμο.
Και τότε εμφανίστηκε ο Ντε Γκολ. Πρώτα κάλεσε τους Γάλλους σε αντιδιαδήλωση (η μεγαλύτερη συγκέντρωση που έγινε τότε), μετά προκήρυξε εκλογές και τον Ιούνιο οι γκολικοί θριάμβευσαν, εξασφαλίζοντας 358 από τις 485 έδρες. Οι εξεγερμένοι είχαν κερδίσει τους δρόμους, αλλά ο στρατηγός κέρδισε την κάλπη. Η κοινωνία αποδείχθηκε λιγότερο επαναστατική απ’ όσο έδειχναν οι φωτογραφίες των οδοφραγμάτων.
Ο Μάης του ’68, βέβαια, ηττήθηκε πολιτικά αλλά νίκησε πολιτισμικά. Άλλαξε τις σχέσεις των γενεών, την αντίληψη για την εξουσία, τη θέση των γυναικών, τη σεξουαλική ελευθερία, τον τρόπο που οι νέοι αντιμετώπιζαν την οικογένεια, το πανεπιστήμιο και το κράτος. Ο Ντε Γκολ κέρδισε τις εκλογές, αλλά δεν μπόρεσε να σταματήσει τις αλλαγές που είχε απελευθερώσει η εξέγερση.
Και να που σήμερα η Γαλλία ξαναζεί αυτή την περίεργη διπλή της φύση. Λαχταρά την ισχυρή ηγεσία και ταυτόχρονα επαναστατεί εναντίον της. Θαυμάζει την εθνική ενότητα και συγχρόνως καλλιεργεί τη διαφωνία μέχρις εσχάτων. Νοσταλγεί έναν στρατηγό που επέβαλε την τάξη και παράλληλα μιμείται τους φοιτητές που του αμφισβήτησαν την εξουσία.
Ίσως, τελικά, αυτή να είναι η πιο γαλλική συνήθεια απ’ όλες. Να θέλουν έναν Ντε Γκολ για να τους κυβερνά και έναν Μάη του ’68 για να μπορούν να τον αμφισβητούν. Και, ει δυνατόν, να τα έχουν και τα δύο την ίδια μέρα. Το απόγευμα στον κινηματογράφο να χειροκροτούν τον στρατηγό και το βράδυ στην πλατεία να φωνάζουν εναντίον του. Διότι στη Γαλλία ακόμη και οι επαναστάσεις χρειάζονται έναν αντίπαλο μεγάλου αναστήματος. Και όταν αυτός απουσιάζει από την πολιτική, τον αναζητούν στον κινηματογράφο.
Πηγή: liberal.gr

