Skip to content
ΑΠΟΨΕΙΣ

Mη κρατικά ΑΕΙ: Η θεσμική «ναρκοθέτηση» μιας μεγάλης μεταρρύθμισης

Του Γιώργου Βουλγαράκη

Η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας για την ανάκληση των αδειών τριών μη κρατικών πανεπιστημίων αναδεικνύει μια κραυγαλέα θεσμική αντίφαση.  Μια μεταρρύθμιση που χρειάστηκε δεκαετίες πολιτικής και ιδεολογικής αντιπαράθεσης για να γίνει πράξη δεν κινδυνεύει να αποδομηθεί από εκείνους που την πολέμησαν, αλλά από τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόστηκε. Ακριβώς αυτό είναι το πιο ανησυχητικό της υπόθεσης, γιατί μια μεταρρύθμιση τέτοιου βεληνεκούς όφειλε να εφαρμοστεί υποδειγματικά.

Η δυνατότητα λειτουργίας μη κρατικών πανεπιστημίων στην Ελλάδα ήταν μια αναγκαία μεταρρύθμιση. Διεύρυνε τις επιλογές των νέων, άνοιξε την ελληνική ανώτατη εκπαίδευση στον διεθνή ανταγωνισμό και επιχείρησε να διορθώσει μια ελληνική ιδιομορφία που επί χρόνια έστελνε χιλιάδες φοιτητές και σημαντικούς οικονομικούς πόρους στο εξωτερικό.

Το Συμβούλιο της Επικρατείας είχε ήδη κρίνει ότι το θεσμικό πλαίσιο για τα μη κρατικά πανεπιστήμια μπορούσε να σταθεί απέναντι στις αιτιάσεις που είχαν προβληθεί εναντίον του. Η πρόσφατη εξέλιξη αφορά κάτι διαφορετικό και πολιτικά εξίσου σημαντικό: τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόστηκε αυτό το πλαίσιο.

Εδώ είναι όμως η ουσία. Σε μια μεταρρύθμιση που από την πρώτη στιγμή βρέθηκε στο επίκεντρο έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης, το κράτος είχε μία επιπλέον υποχρέωση. Να μην αφήσει την παραμικρή αμφιβολία για την αξιοπιστία της διαδικασίας αδειοδότησης.

Οι επιτροπές έπρεπε να είναι αδιάβλητες, οι πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων να ελέγχονται εξαντλητικά, τα κριτήρια να εφαρμόζονται με τον ίδιο τρόπο για όλους και κάθε θετική ή αρνητική κρίση να συνοδεύεται από αιτιολογία που να αντέχει στον δικαστικό έλεγχο.

Αυτό δεν συνέβη στον βαθμό που απαιτούσε η σημασία της μεταρρύθμισης. Εδώ αρχίζει το πρόβλημα για την Εθνική Αρχή Ανώτατης Εκπαίδευσης.

Οι ανεξάρτητες αρχές δημιουργήθηκαν ακριβώς για να εγγυώνται ότι κρίσιμες αποφάσεις δεν υπακούουν και δεν υποτάσσονται στην εκάστοτε πολιτική σκοπιμότητα. Η ισχύς τους προέρχεται από την πεποίθηση ότι αποφασίζουν με γνώση, αμεροληψία και θεσμική ανεξαρτησία.

Γι’ αυτό και μια ανεξάρτητη αρχή οφείλει να αποδεικνύει την ανεξαρτησία της μέσα από τις ίδιες τις διαδικασίες και τις αποφάσεις  της και πάντως δεν αρκεί ότι χαρακτηρίζεται ως ανεξάρτητη.

Όταν δημιουργούνται σοβαρά ζητήματα γύρω από τη σύνθεση επιτροπών, τον έλεγχο πιθανών συγκρούσεων συμφερόντων ή την πληρότητα των ελέγχων, η ζημιά δεν αφορά μόνο τις συγκεκριμένες αποφάσεις. Αγγίζει την αξιοπιστία του ίδιου του θεσμού που τις εξέδωσε.

Η ΕΘΑΑΕ είχε, μάλιστα, υποστηρίξει ότι κατά τη διαδικασία δεν προέκυψε δήλωση σύγκρουσης συμφερόντων και ότι τα μέλη των επιτροπών υπέβαλαν τις σχετικές δηλώσεις που προβλέπει ο κώδικας δεοντολογίας της. Αυτό όμως κάνει το ερώτημα ακόμη σοβαρότερο. Αν μια διαδικασία θεωρήθηκε επαρκής από την ίδια την Αρχή και στη συνέχεια δεν άντεξε στον δικαστικό έλεγχο, τότε χρειάζεται να εξεταστεί όχι μόνο η συγκεκριμένη απόφαση αλλά η ίδια η διαδικασία που την παρήγαγε. Δηλαδή η ΕΘΑΕ η ίδια.

Πέρα από συνωμοσίες και αποδόσεις προθέσεων, αυτό που χρειάζεται είναι κάτι πολύ απλούστερο και δυσκολότερο: θεσμικός έλεγχος. Ο τρόπος συγκρότησης των επιτροπών, ο έλεγχος των σχέσεων των μελών τους με τους αξιολογούμενους φορείς, η επάρκεια μιας απλής δήλωσης περί μη σύγκρουσης συμφερόντων έναντι ενός ουσιαστικού ελέγχου, ο βαθμός στον οποίο αιτιολογούνται αναλυτικά οι αποφάσεις, και προπάντων το ποιος ελέγχει τον ελεγκτή όταν μια διαδικασία αποδεικνύεται ότι στερείται εγγυήσεων , συνθέτουν το πραγματικό ερώτημα που τίθεται.

Αυτά τα ερωτήματα αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή η διαδικασία συνεχίζεται. Νέες αιτήσεις αξιολογούνται, άλλες εγκρίνονται και άλλες απορρίπτονται. Αν υπάρχουν αδυναμίες στον τρόπο αξιολόγησης, πρέπει να διορθωθούν άμεσα. Διαφορετικά, κάθε νέα απόφαση θα συνοδεύεται από την υποψία ότι μπορεί αύριο να βρεθεί και αυτή ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας και ενδεχομένως να ακυρωθεί.

Υπάρχει, όμως, και μια πλευρά της υπόθεσης που αξίζει ιδιαίτερη προσοχή. Ο καθηγητής Διοικητικού Δικαίου Παναγιώτης Λαζαράτος επέμεινε δικαστικά σε ζητήματα που αφορούσαν τη νομιμότητα των αδειοδοτήσεων. Η επιμονή αυτή έχει σημασία όχι επειδή πρέπει να προσωποποιηθεί μια θεσμική υπόθεση, αλλά επειδή υπενθυμίζει κάτι που συχνά ξεχνιέται: ο θεσμικός αντίλογος δεν είναι εμπόδιο στις μεταρρυθμίσεις. Μπορεί να είναι ο καλύτερος σύμμαχός τους.

Όποιος επισημαίνει ένα νομικό ή θεσμικό πρόβλημα σε μια μεταρρύθμιση δεν είναι κατ’ ανάγκην αντίπαλός της. Μερικές φορές την προστατεύει από εκείνους που, στην προσπάθειά τους να την υλοποιήσουν γρήγορα, υποτιμούν τις εγγυήσεις που θα της επιτρέψουν να αντέξει στον χρόνο.

Αυτή είναι και η ουσία του κράτους δικαίου. Το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν ακυρώνει την πολιτική επιλογή για μη κρατικά πανεπιστήμια. Έχει, άλλωστε, ήδη αναγνωρίσει τη συμβατότητα βασικών πλευρών του θεσμικού πλαισίου με το ενωσιακό δίκαιο. Ελέγχει αν η διοίκηση εφάρμοσε τον νόμο σύμφωνα με τις εγγυήσεις που ο ίδιος προβλέπει.

Υπό αυτή την έννοια, η δικαστική παρέμβαση δεν αποτελεί ήττα της μεταρρύθμισης. Είναι μια ευκαιρία να περισωθεί η αξιοπιστία της.

Η πολιτική ευθύνη, επομένως, βαραίνει τώρα την κυβέρνηση. Η διαβεβαίωση ότι δεν θα χαθεί η ακαδημαϊκή χρονιά ενδιαφέρει ασφαλώς τους φοιτητές και τις οικογένειές τους, χωρίς όμως να απαντά στο θεσμικό ζήτημα που ανέκυψε.

Το ζητούμενο είναι να εξηγηθεί τι ακριβώς πήγε λάθος, αν οι αδυναμίες αφορούν μεμονωμένες περιπτώσεις ή τον τρόπο λειτουργίας των αξιολογήσεων, και ποιες αλλαγές πρέπει να γίνουν ώστε να μην επαναληφθούν.

Και εφόσον από αυτή την εξέταση προκύπτουν ευθύνες στη λειτουργία ή στη σύνθεση της ΕΘΑΑΕ, πρέπει να αντιμετωπιστούν άμεσα και χωρίς υπεκφυγές.

Η ανεξαρτησία μιας αρχής δεν μπορεί να μετατρέπεται σε ασυλία από την αξιολόγηση. Το αντίθετο. Όσο μεγαλύτερη είναι η θεσμική της αυτονομία, τόσο αυστηρότερες πρέπει να είναι οι απαιτήσεις διαφάνειας και λογοδοσίας.

Υπάρχει, τέλος, ένα ευρύτερο μάθημα. Στην Ελλάδα έχουμε συνηθίσει να μετράμε τις μεταρρυθμίσεις με νόμους που ψηφίστηκαν και  εξαγγελίες που υλοποιήθηκαν τυπικά. Όμως η πραγματική μεταρρύθμιση αρχίζει συνήθως την επομένη της ψήφισης του νόμου. Τότε φαίνεται αν το κράτος διαθέτει τους ανθρώπους, τους θεσμούς και τις διαδικασίες που μπορούν να μετατρέψουν μια πολιτική απόφαση σε λειτουργούσα πραγματικότητα.

Τα μη κρατικά πανεπιστήμια αποτελούν μια μεγάλη αλλαγή για την ελληνική εκπαίδευση. Ακριβώς γι’ αυτό δεν επιτρέπεται να ξεκινήσουν τη διαδρομή τους με μια σκιά πάνω από την αξιοπιστία των διαδικασιών που τα αδειοδοτούν.

Η απάντηση στην απόφαση του ΣτΕ οφείλει να είναι η διόρθωση της μεταρρύθμισης εκεί όπου αποδείχθηκε πραγματικά ευάλωτη και προφανώς όχι η διαδικαστική τακτοποίηση της όπως γράφεται.

Γιατί τελικά οι σοβαρές μεταρρυθμίσεις κρίνονται από την ποιότητα των θεσμών που καλούνται να τις εφαρμόσουν, πολύ περισσότερο απ’ όσο από το θάρρος εκείνων που τις ψηφίζουν.

Πηγή: liberal.gr