Οι Μικρασιάτες πρόσφυγες της φωτογραφίας, μετά την καταστροφή της Σμύρνης κρύφτηκαν στα βουνά κοντά στο χωριό τους και έμειναν εκεί επί τρεισήμισι μήνες επιβιώνοντας με χόρτα και ρίζες ή κάνοντας νυχτερινές επιδρομές σε έναν ελαιώνα. Τελικά κατάφεραν να βρουν ένα πλοιάριο και να δραπετεύσουν. Στην Ελλάδα τη σίτιση και την ένδυσή τους ανέλαβε ο Αμερικανικός Ερυθρός Σταυρός. [LIBRARY OF CONGRESS]

 

Του Γιάννη Παλαιολόγου

Τι διάρκεια στον χρόνο έχει το τραύμα του εκτοπισμού; Πώς γίνεται αισθητό –στην οικονομία, στην εκλογική συμπεριφορά, στην τέχνη– ακόμα και δεκαετίες μετά; Πώς επηρεάζεται μία κοινωνία που καλείται να ενσωματώσει ραγδαία έναν τεράστιο όγκο προσφύγων;

Το «Anatolia Imprints» (www.anatolia-imprints.gr) είναι μία φιλόδοξη αλλά και εργώδης προσπάθεια επιστημονικής καταγραφής του οικονομικού, πολιτικού και κοινωνικού αντίκτυπου του δεκαετούς προσφυγικού κύματος προς την ελληνική επικράτεια που κορυφώθηκε το 1922-23.

Στον ιστότοπό του περιλαμβάνεται ένας διαδραστικός χάρτης όπου ο χρήστης μπορεί να εισαγάγει το όνομα και το επώνυμο των προγόνων του και να μάθει –για όλους τους αγρότες και περίπου τους μισούς αστούς πρόσφυγες– από ποιο μέρος της Τουρκίας αναχώρησαν και σε ποιο δήμο της Ελλάδας εγκαταστάθηκαν. Η απεικόνιση των δεδομένων επιτρέπει να δει κανείς τη διασπορά των εκτοπισμένων από μία συγκεκριμένη κοινότητα στην Τουρκία ανά την Ελλάδα και, αντιστρόφως, τα πολλά διαφορετικά μέρη από όπου έφτασαν στο κάθε ελληνικό χωριό ή πόλη Μικρασιάτες πρόσφυγες.

Οι βασικοί συντελεστές του έργου είναι δύο διακεκριμένοι καθηγητές Οικονομικών της ελληνικής διασποράς: ο Στέλιος Μιχαλόπουλος του Πανεπιστημίου Brown και ο Ηλίας Παπαϊωάννου του London Business School. Σκοπός τους, όπως εξηγούν στην «Κ», ήταν να χρησιμοποιήσουν τα εργαλεία της οικονομικής επιστήμης και των νέων τεχνολογιών για να εξετάσουν με φρέσκα μάτια την επίδραση του μεγάλου προσφυγικού κύματος στην Ελλάδα της δεκαετίας του ’20 αλλά και στις γενιές που τη διαδέχθηκαν.

«Αυτό το ερευνητικό έργο είναι πολλαπλά σημαντικό και αναμένεται να δώσει πολύ ενδιαφέροντα αποτελέσματα», σχολιάζει στην «Κ» ο γενικός διευθυντής του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) Νίκος Βέττας.

«Eνας πρώτος λόγος είναι πως η προσέγγιση προχωράει με συνεργασία μεθόδων από διαφορετικές επιστήμες και τεχνολογικές προσεγγίσεις. Αυτό είναι και ένα καλό παράδειγμα της εξέλιξης της οικονομικής επιστήμης, η οποία ανάλογα μπορεί να ενσωματώνει στον κεντρικό σκελετό της στοιχεία από την ψυχολογία, την ιστορία ή την κοινωνιολογία και φυσικά από τις σύγχρονες και εξελισσόμενες μεθόδους ανάλυσης των δεδομένων».

Επιπλέον, σημειώνει ο κ. Βέττας, το Anatolia Imprints δημιουργεί ζωτικές βάσεις δεδομένων για μελλοντικά ερευνητικά εγχειρήματα, «πεδίο στο οποίο υπάρχει σημαντικό έλλειμμα στη χώρα μας».

Βασικές συνισταμένες

«To πρώτο στο οποίο εστιάσαμε ήταν η ψηφιοποίηση της απογραφής του 1928, η οποία για πρώτη και μοναδική φορά ρώτησε τους πολίτες για την καταγωγή τους διαχωρίζοντας μεταξύ προσφύγων και γηγενών», αναφέρει στην «Κ» ο Ηλίας Παπαϊωάννου. Η ψηφιοποίηση επιτρέπει την απεικόνιση των προσφύγων σε περίπου 11.000 οικισμούς, χωριά, κωμοπόλεις και πόλεις ανά την επικράτεια. Σε συνολικό πληθυσμό 6.204.684, οι πρόσφυγες ήταν 1.221.849 (19,7%). Εξ αυτών, 1.069.957 έφτασαν στην Ελλάδα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.

«Αν και η απογραφή προσμέτρησε στους πρόσφυγες τα “εκ πατρός πρόσφυγος γεννηθέντα εν Ελλάδι τέκνα”, ο αριθμός των προσφύγων είναι μάλλον μεγαλύτερος, καθώς η θνησιμότητα ήταν μεγάλη και πολλοί πρόσφυγες μετανάστευσαν σε τρίτη χώρα πριν το 1928», σημειώνει ο καθηγητής του London Business School.

Δεύτερον, όπως αναφέρουν οι δύο οικονομολόγοι στην «Κ», με τη συνδρομή της ΕΛΣΤΑΤ χρησιμοποίησαν τα μικρο-δεδομένα των γενικών απογραφών πληθυσμού των ετών 1971, 1981, 1991, 2001 και 2011. Από αυτά άντλησαν στοιχεία για την εκπαίδευση, την απασχόληση ανά οικονομικό κλάδο, και τις συνθήκες διαβίωσης στην Ελλάδα.

Τα αναλυτικά στοιχεία για την πληθυσμιακή σύνθεση κάθε χωριού επιτρέπουν γόνιμες συγκρίσεις μεταξύ γειτονικών οικισμών, προσφυγικών και μη. Ενα ενδιαφέρον εύρημα που προκύπτει, όπως αναφέρει ο Στέλιος Μιχαλόπουλος, είναι ότι ο ξεριζωμός δημιουργεί προδιάθεση για περαιτέρω μετακινήσεις.

«Στη δεκαετία του ’60, οι διαφορές στην τάση για μετανάστευση στη Γερμανία μεταξύ προσφυγικών και μη προσφυγικών οικισμών είναι τρομακτικές, της τάξης του 35%», λέει ο καθηγητής του Brown. Επιπλέον, η τάση για εσωτερική μετακίνηση μετά τον Εμφύλιο, από την επαρχία στα μεγάλα αστικά κέντρα, είναι πιο έντονη στα προσφυγικά χωριά.

Ενας «μύθος που ανατινάζεται» από τα νέα δεδομένα που προκύπτουν από την έρευνα, σύμφωνα με τον Μιχαλόπουλο, αφορά το μορφωτικό επίπεδο των προσφύγων. Κόντρα στη συμβατική σοφία, «η πρώτη γενιά ήταν σαφώς λιγότερο μορφωμένη από τους γηγενείς. Αυτό που είναι αξιοσημείωτο είναι ότι οι πρόσφυγες καλύπτουν τη διαφορά με εντυπωσιακή ταχύτητα, έτσι ώστε, εντός δέκα ετών, να έχουν ήδη πάρει το προβάδισμα από τον γηγενή πληθυσμό», αναφέρει.

 «Οι πρόσφυγες, στερημένοι από τη γη, τον πλούτο τους και τα αγαθά τους, επενδύουν στο ανθρώπινο κεφάλαιο που, σε αντίθεση με το φυσικό κεφάλαιο, δεν μπορεί να τους το πάρει κανείς».

Ο Παπαϊωάννου και ο Μιχαλόπουλος εικάζουν ότι η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του Ελευθερίου Βενιζέλου, με την ανέγερση 3.000 σχολικών κτιρίων την περίοδο 1929-32, συνέβαλε καθοριστικά στην ταχεία εκπαίδευση των προσφύγων. Τα αποτελέσματα αυτά, σημειώνουν, «συνδέονται με μια σημαντική βιβλιογραφία που δείχνει ότι οι πρόσφυγες, στερημένοι από τη γη, τον πλούτο τους και τα αγαθά τους, επενδύουν στο ανθρώπινο κεφάλαιο που, σε αντίθεση με το φυσικό κεφάλαιο, δεν μπορεί να τους το πάρει κανείς».

Η ανάλυση των ερευνητών δείχνει επίσης ότι τα προσφυγικά χωριά και οι κωμοπόλεις αποτέλεσαν τοπικούς κόμβους βιοτεχνίας, καθώς οι κάτοικοί τους, σε μεγάλο βαθμό γυναίκες, εργάστηκαν κυρίως στην κλωστοϋφαντουργία και τη μεταποίηση. Σε συνδυασμό με την απασχόλησή τους στις πόλεις στη βιομηχανία, οι πρόσφυγες αναδεικνύονται ως καταλύτες για τον διαρθρωτικό μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας, από τη γεωργία και την κτηνοτροφία στη βιομηχανία και στις υπηρεσίες.

Οι κατάλογοι

Στο πλαίσιο του έργου, ψηφιοποιήθηκε ο κατάλογος αγροτών και αστών προσφύγων της Επιτροπής Αποκατάστασης Προσφύγων (ΕΑΠ). Η ΕΑΠ επωμίστηκε τον ηράκλειο άθλο της καταγραφής, αρωγής και ενσωμάτωσης των προσφύγων στα μέσα της δεκαετίας του 1920. Το έργο της δικαίως έχει χαρακτηριστεί ως ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα του ελληνικού κράτους.

Οι κατάλογοι, που αποτυπώνουν τους πρόσφυγες στο επίπεδο του νοικοκυριού, «κλείνουν το 1928-29», λέει ο Στέλιος Μιχαλόπουλος. «Εχουν να κάνουν με τις εκτιμητικές επιτροπές περιουσιών».

Για τους αγρότες –250.000 οικογένειες– περιλαμβάνεται το ονοματεπώνυμο, η προέλευση και ο τόπος εγκατάστασης στην Ελλάδα, σε περίπου 2.000 οικισμούς των προσφύγων στους οποίους χορηγήθηκε γη προς καλλιέργεια.

Για τους αστούς πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη, στον Πειραιά και στις άλλες μεγάλες πόλεις, οι κατάλογοι αναφέρουν το ονοματεπώνυμο του αρχηγού του νοικοκυριού και τον τόπο προέλευσης. «Αντί για γη, στους αστούς δόθηκαν υποσχετικές – ομόλογα», αναφέρει ο Μιχαλόπουλος. Οι συντελεστές του Anatolia Imprints έφτασαν, πριν εξαντληθεί η χρηματοδότησή τους, να ψηφιοποιήσουν τα μισά περίπου από τα 340.000 νοικοκυριά αστών προσφύγων. «Ηθελε ένα χρόνο δουλειά ακόμα. Αν βρούμε το κουράγιο, θα επανέλθουμε», λέει ο καθηγητής του Brown.

Εκλογική συμπεριφορά

Οι ερευνητές, επιπλέον, ψηφιοποίησαν τους εκλογικούς καταλόγους των προσφύγων στην Αττική βάσει των οποίων ψήφισαν τα χρόνια 1923-24. «Η επεξεργασία τους επιτρέπει την εξαγωγή των ονομάτων, των επωνύμων και κυρίως των επαγγελμάτων των προσφύγων αμέσως μετά τη βίαιη εκτόπισή τους και εγκατάστασή τους στην Αττική», εξηγεί ο Ηλίας Παπαϊωάννου. Επιπλέον, ψηφιοποίησαν τα αποτελέσματα των εκλογών του 1932, του 1958 του 1977 και ανέλυσαν τα πιο πρόσφατα εκλογικά αποτελέσματα (2007-2019), τα οποία ήταν ήδη σε ψηφιακή μορφή.

Οπως εξηγεί στην «Κ» ο Βασίλης Λογοθέτης, επίκουρος καθηγητής στο τμήμα Οικονομικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, που συμμετείχε σε αυτό το κομμάτι του εγχειρήματος: «Παρατηρούμε διακριτή πολιτική συμπεριφορά μεταξύ των προσφυγικών και μη πληθυσμών στις περιοχές της Αθήνας, του Πειραιά και της Θεσσαλονίκης, η οποία έχει διάρκεια στον χρόνο».

Το 1932, σημειώνει, «η επιρροή του Βενιζέλου παραμένει μεγαλύτερη εντός προσφυγικών γειτονιών, ενώ το ίδιο συμβαίνει με το ΕΜΕΑ, έκφραση του Κομμουνιστικού Κόμματος. Αντιθέτως το Λαϊκό Κόμμα υστερεί σημαντικά. Το 1958 η ΕΔΑ έχει αυξημένη επιρροή μεταξύ των προσφυγικών πληθυσμών, ενώ η εκλογική επιρροή της ΕΡΕ είναι ισχυρότερη εκτός των προσφυγικών γειτονιών. Το 1977, ΠΑΣΟΚ και ειδικά το ΚΚΕ έχουν υψηλότερες εκλογικές επιδόσεις μεταξύ των προσφυγικών πληθυσμών. Η Νέα Δημοκρατία έχει υψηλότερη εκλογική επίδοση εκτός προσφυγικών περιοχών».

«Οι διαφορές στην εκλογική επιρροή είναι εμφανείς εντός του ίδιου δήμου, από γειτονιά σε γειτονιά, συγκρίνοντας εκλογικά τμήματα με μικρές αποστάσεις μεταξύ τους, εντός και εκτός περιοχών προσφυγικής στέγασης», καταλήγει ο Λογοθέτης.

Το ιστορικό δίδαγμα και η ενσωμάτωση νέων πληθυσμών

Οπως αναφέρεται στην ιστοσελίδα του εγχειρήματος, οι πηγές για την καταγραφή των προσφυγικών οικισμών που αποτυπώνονται στον χάρτη περιλαμβάνουν «πρωτότυπα πολεοδομικά σχέδια των προσφυγικών οικισμών με κύριες πηγές το αρχείο της Επιτροπής Αποκατάστασης Προσφύγων που βρίσκεται σήμερα στη βιβλιοθήκη του ΟΗΕ και στα Γενικά Αρχεία του Κράτους». Περιλαμβάνουν επίσης πολεοδομικά σχέδια ελληνικών πόλεων και δευτερογενείς πηγές που αφορούν πολεοδομικές/αρχιτεκτονικές μελέτες, ενώ γίνεται αξιοποίηση των στοιχείων που έχουν συλλέξει τοπικοί σύλλογοι απογόνων προσφύγων και άλλοι φορείς διατήρησης της ιστορικής μνήμης.

Στους επόμενους μήνες θα δημοσιευθούν χάρτες με τους συνοικισμούς των πόλεων στην Ελλάδα όπου εγκαταστάθηκαν οι πρόσφυγες. Επιπλέον, θα τεθεί σε λειτουργία αυτοματοποιημένη εφαρμογή που θα κατηγοριοποιεί επώνυμα σχετικά με την πιθανότητα να έχουν προσφυγική καταγωγή. Αυτό θα γίνεται με βάση μια μέθοδο μηχανικής μάθησης που οι ερευνητές έχουν ήδη εφαρμόσει στους εκλογικούς καταλόγους της Αθήνας το 1924. Τρίτον, θα δημοσιευθεί ανάλυση του περιεχομένου και των συναισθημάτων για το σύνολο των ελληνικών τραγουδιών από το 1920-2020, διακρίνοντας με βάση την προσφυγική ή μη καταγωγή του καλλιτέχνη.

Το έναυσμα της έρευνας

Η εργασία ξεκίνησε το 2017 με τη χρηματοδότηση ενός ερευνητικού προγράμματος του Στέλιου Μιχαλόπουλου από το Εθνικό Ιδρυμα Ερευνών (National Science Foundation) των ΗΠΑ. Ενισχύθηκε περαιτέρω από ερευνητικές χρηματοδοτήσεις που έλαβε ο Ηλίας Παπαϊωάννου, κυρίως από το Ινστιτούτο Wheeler (Ηνωμένο Βασίλειο).

«Ηταν μία περίοδος όπου οι οικονομολόγοι, ειδικά στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενδιαφέρθηκαν πολύ για τις προσφυγικές ροές», λέει στην «Κ» ο Στέλιος Μιχαλόπουλος. «Ηταν η εποχή που ο Τραμπ έλεγε ότι θα χτίσει το τείχος [στα νότια σύνορα] και είχε ξεκινήσει μία συζήτηση για το τι συμβαίνει όταν μια κοινωνία υπόκειται μεγάλες πληθυσμιακές αλλαγές, ποιοι μένουν εκτός [όταν επιβάλλεται μία πολιτική αποτροπής], κ.ο.κ.». Η διαφορά του δικού τους εγχειρήματος, εξηγεί, είναι ότι επιχειρεί να καταγράψει τον αντίκτυπο των μεγάλων εισροών πολύ πιο μακροπρόθεσμα – σχεδόν έως το παρόν.

«Αυτό ήταν κάτι που ταίριαζε και στους δυο μας», συμπληρώνει ο Ηλίας Παπαϊωάννου. «Εχουμε και οι δύο ασχοληθεί με την οικονομική ιστορία και με την επιμονή κάποιων χαρακτηριστικών μέσα στον χρόνο – π.χ. η συνεχιζόμενη επιρροή της αποικιοκρατίας στην κατάσταση πολλών χωρών σήμερα στην Αφρική. Αυτό θέλαμε να διερευνήσουμε και στην περίπτωση των προσφύγων του ’22 και των απογόνων τους. Το γιατί κάτι που έγινε πριν από 100 χρόνια εξακολουθεί να βγαίνει στη συζήτηση με κάποιον, που θα σου μιλήσει για το τραύμα του παππού ή του προπάππου του». «Το πώς έγινε η ενσωμάτωση των νέων πληθυσμών, έχει σημασία και για τη σύγχρονη Ελλάδα εάν θέλει να έχει μια περισσότερο δυναμική άποψη στη διατήρηση, προσέλκυση και τη σταδιακή ενσωμάτωση νέων πληθυσμών στη χώρα τα επόμενα χρόνια», σημειώνει ο Νίκος Βέττας.

H ομάδα συλλογής, επεξεργασίας και ψηφιοποίησης των στοιχείων απαρτίζεται κυρίως από προπτυχιακούς και μεταπτυχιακούς φοιτητές, οι περισσότεροι από το Εργαστήριο Εφαρμογών Πληροφορικής και Υπολογιστικών Οικονομικών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, υπό την επίβλεψη του Αθανάσιου Σταυρακούδη, αναπληρωτή καθηγητή Οικονομικών Επιστημών.

Οι τόποι με τα πολλά ονόματα

Η δυνατότητα ανίχνευσης των δεδομένων των προσφύγων και των απογόνων τους αντιμετώπισε ένα σοβαρό εμπόδιο: τη συχνή μετονομασία οικισμών καθώς συγχωνεύονταν ή διασπόνταν στο πλαίσιο διοικητικών αναδιοργανώσεων του ελληνικού κράτους. Η δουλειά αυτή, την οποία ανέλαβε η ομάδα φοιτητών υπό τον καθηγητή Σταυρακούδη, «ήταν τρομακτικά κουραστική», όπως λέει στην «Κ» ο Στέλιος Μιχαλόπουλος. «Εχουμε πλέον ένα φύλλο Excel με 30.000 γραμμές όπου καταγράφεται η πορεία της κάθε κοινότητας μέσα στον χρόνο, με όλα τα διαφορετικά της ονόματα». Ο Αλέξανδρος Ρούμπος, απόφοιτος πλέον του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, ασχολήθηκε με τη συλλογή και την επεξεργασία των δεδομένων αυτών από το καλοκαίρι πριν από το δεύτερο έτος του έως το τέταρτο. «Ηταν δύσκολο να βρούμε τα τοπωνύμια, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Τουρκία», λέει στην «Κ». «Οσο παλαιότερα κοιτούσαμε, τόσο πιο δυσεύρετα ήταν τα ονόματα – δεν υπήρχαν αναφορές στο Διαδίκτυο». Θεωρεί ωστόσο ότι η δουλειά αυτή ήταν «πάρα πολύ σημαντική», καθώς θα διευκολύνει την αναζήτηση των ριζών τους από απογόνους των ανθρώπων που ξεριζώθηκαν τότε, λιγότερο ή περισσότερο βίαια, από τις εστίες τους.

Πηγή:tovima.gr