Του Σάκη Μουμτζή

Ο Θανάσης Μαυρίδης στο σημερινό άρθρο του, στη στήλη του, θίγει τα κακώς κείμενα του ελληνικού ποδοσφαίρου. Και αυτά δεν είναι λίγα. Το κυριότερο είναι πως τα τελευταία χρόνια δεν υπάρχει ανταγωνισμός. Δεν υπάρχουν 4-5 ισοδύναμες ομάδες οι οποίες να διεκδικούν το πρωτάθλημα. Και δεν υπάρχουν επίσης άλλες 4-5 αξιόμαχες που με τις αγωνιστικές επιδόσεις τους να έχουν την ικανότητα και τη δυνατότητα να συνδιαμορφώνουν τη βαθμολογία. Όπως ακριβώς γίνεται στο καλύτερο πρωτάθλημα του κόσμου, μακράν, το αγγλικό.

Και είναι γνωστό πως όπου δεν υπάρχει ανταγωνισμός, δεν υπάρχει ποιότητα και όπου δεν υπάρχει ποιότητα δεν υπάρχουν πελάτες. Φανατικός ποδοσφαιρόφιλος, παιδιόθεν, θυμάμαι την κοσμοσυρροή στα μεγάλα παιχνίδια κάθε Κυριακή. Όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να ανατρέξει στα εισιτήρια που κόπηκαν κάθε χρονιά τα τελευταία 40 χρόνια. Θα απογοητευτεί με τη δραματικά φθίνουσα πορεία.

Ας σημειωθεί πως από το ελληνικό πρωτάθλημα παρέλασαν όλα τα μεγάλα ονόματα της επιχειρηματικής τάξης και όλοι αυτοί οι επιτυχημένοι επιχειρηματίες εκδιώχθηκαν κακήν – κακώς από τον φανατισμένο όχλο των λεγόμενων «οργανωμένων». Θυμάμαι τον Ε. Μυτιληναίο να εξυβρίζεται χυδαία από τους οπαδούς της δικής του ομάδας, τον Ηρακλή, μετά από ένα ατυχές αποτέλεσμα στην Ξάνθη που ήταν και η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Κάτι ανάλογο συνέβη και με τον μακαρίτη τον Κοντομηνά και τον Άρη. Για να μη μιλήσω για το δράμα του Παναθηναϊκού και την οικογένεια Βαρδινογιάννη. Αυτοκτονία.

Αυτές οι εκδηλώσεις φανατισμού και χουλιγκανισμού είναι το επιφαινόμενο. Το βαθύτερο αίτιο είναι πως, λόγω της απομάκρυνσης των φιλάθλων από τα γήπεδα, έμειναν σε αυτά μόνον οι οργανωμένοι οπαδοί οι οποίοι νομίζουν πως είναι συνιδιοκτήτες της ΠΑΕ. Θέλουν αυτοί να διοικούν με τα κεφάλαια του ιδιοκτήτη.

Και η λεγόμενη «παράγκα» δεν έπαιξε τον βρώμικο ρόλο της; Δεν διαμόρφωσε τις οικονομικές ανισορροπίες μεταξύ των μεγάλων ΠΑΕ; Φυσικά, γιατί τα 25.000.000 του Champions League δημιούργησαν μια σημαντική διαφορά στον ανταγωνισμό των ομάδων, οικονομικό και αγωνιστικό, καθώς η πρώτη θέση κρινόταν έξω από τους αγωνιστικούς χώρους.

Σήμερα, τι μπορεί να γίνει; Πώς μπορεί να δούμε ένα ποιοτικό και ενδιαφέρον πρωτάθλημα στο οποίο να συμμετέχουν και μερικοί παίκτες με ελληνικά ονόματα; Είμαι πλήρως απαισιόδοξος. Οι οικονομικοί προϋπολογισμοί σχεδόν όλων των ομάδων είναι πολύ περιορισμένοι και δεν αφήνουν περιθώρια αισιοδοξίας. Παλιότερα οι λεγόμενες επαρχιακές ομάδας επένδυαν σε ταλέντα της περιοχής τους, κάποια εκ των οποίων διακρίνονταν στη συνέχεια στις μεγάλες ομάδες της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Αν αρχίσω να γράφω ονομαστικά αυτές τις περιπτώσεις το άρθρο θα πιάσει τις χίλιες λέξεις.

Σήμερα η ανάδειξη ενός εγχώριου ταλέντου έχει κόστος. Πιο πολύ συμφέρει στην ΠΑΕ να φέρει έναν παίκτη από την Αφρική, απροσδιόριστης ηλικίας, και να τον δοκιμάσει. Αν πιάσει, έπιασε. Διαφορετικά, ο επόμενος.

Και αυτοί που διοικούν το πρωτάθλημα, οι λεγόμενοι διοικητικοί παράγοντες, δεν έχουν μερίδιο ευθύνης; Κανένα. Αυτοί, έτσι όπως είναι δομημένο το ελληνικό ποδόσφαιρο είναι ενεργούμενα των μεγάλων ΠΑΕ και των περιστασιακών συμμαχιών. Το βασικό είναι οι επιχειρηματίες- ιδιοκτήτες να θελήσουν να υπάρξει ένα ανταγωνιστικό πρωτάθλημα. Αν τελικά αποβλέπουν μόνο στο να βάλουν στο ταμείο τους τα πολλά εκατομμύρια του Champions League με κάθε τρόπο, τότε ουδεμία υπάρχει ελπίς.

Πηγή: liberal.gr