Του Κωνσταντίνου Χαροκόπου

Η στήλη δέχεται αρκετές φορές κριτική, διότι δεν ασχολείται με την κυβέρνηση, δεν αναδεικνύει τις αδυναμίες της και την ανεπάρκεια που παρουσιάζει σε ορισμένους τομείς της πολιτικής. Και αντιθέτως συχνά κατηγορείται, πως κριτικάρει διαρκώς το κόμμα του Σύριζα, τον αρχηγό και τους επιτελείς του. Και αυτό είναι αλήθεια.

Συνήθως η κριτική πρέπει να ασκείται στους κυβερνώντες. Σε αυτούς που πρέπει να φέρουν εις πέρας, όλα όσο αποφασίζει το νομοθετικό σώμα και όλα όσα αποφασίζει η εκτελεστική εξουσία.

Ωστόσο, μετά από σχεδόν 40 μήνες διακυβέρνησης από το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας, ακόμα και τα λάθη και οι ολιγωρίες της μοιάζουν με παρωνυχίδες σε σχέση με τη σκληρή σφιχτή γροθιά του Σύριζα, που ξυπνάει και κοιμάται με το όνειρο της πτώσης του Κυριάκου Μητσοτάκη και της επανακατάληψης της εξουσίας, με τρόπο καταλυτικό. Με τρόπο που θα σφραγίσει τους «αρμούς της εξουσίας» και που θα δυσκολέψει την αμφισβήτηση της «δεύτερης φοράς αριστεράς», κατά τη διάρκεια της οποίας «όλα θα είναι διαφορετικά».

Μέσα από αυτό το πρίσμα πιστεύω πως αποτελεί καθήκον μας το ξεσκέπασμα του κομπογιαννιτισμού που διακρίνει τον Σύριζα. Διότι αυτό είναι ο Σύριζα. Κομπογιαννίτες, χωρίς ιδεολογία, χωρίς πιστεύω, με ευκαιριακές επιχειρηματολογίες, με χαοτικές απόψεις και με εντελώς αντιδραστικές προς την πραγματικότητα, θέσεις.

Κομπογιαννίτες που παρ’ όλο που κυβέρνησαν για 4 χρόνια δεν έχουν κατανοήσει τα βασικά και θεμελιώδη της οικονομίας, ενώ έχουν αναπτύξει τα δικά τους Tsipronomics. Επομένως, ενώ είναι χάσιμο χρόνου, η ιδεολογική αντιπαράθεση μαζί τους, είναι υποχρεωτική η αποκάλυψη του πολιτικού ψεύδους, που καλύπτει τις θέσεις τους για τη οικονομία.

Η φράση του αρχηγού του Σύριζα «αν είχα να μοιράσω 50 δισ. θα έβγαινα Πρωθυπουργός μέχρι να βαρεθώ», αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται το πολίτευμα, την πολιτική λειτουργία, αλλά και το ρόλο της κυβέρνησης. Ο Αλέξης Τσίπρας θεωρεί ότι «μοιράζοντας λεφτά» εξασφαλίζει την εσαεί επανεκλογή του. Αυτή η καθεστωτική αντίληψη, πως «μοιράζω λεφτά και ξαναβγαίνω» αποτελεί το Α και το Ω της εικόνας που έχει ο Σύριζα για την πολιτική. Και για να το πετύχει αυτό, δηλαδή για να ξαναβρεθεί στην θέση του πρωθυπουργού για να μοιράσει χρήμα και να παραμείνει στη θέση του μέχρι να βαρεθεί, χρησιμοποιεί κάθε επιχείρημα που εκτιμά πως θα του δώσει πόντους.

Όμως όταν κάποιος δεν γνωρίζει τα στοιχειώδη κάνει γκάφες και τα επιχειρήματα του, μετατρέπονται σε ανέκδοτα από όσους γνωρίζουν δυο-τρία γράμματα.

Στη συνέντευξη στον ΑΝΤ1 ανέφερε πως στην Ελλάδα έχουμε περισσότερες εταιρίες δημοσκοπήσεων από όσες χρειαζόμαστε. Αλήθεια, ποιος κρίνει πόσες χρειαζόμαστε; Μήπως το Ινστιτούτο Φλωρεντίας, που έκρινε για τον αριθμό των καναλιών; Ποιος πολιτικός αρχηγός στη Ευρώπη μπορεί να έχει παρόμοιες απόψεις και να μην φλερτάρει με ολοκληρωτικές αντιλήψεις; Έχει άραγε συναίσθηση των λεγομένων του ή οι σύμβουλοι του εντάσσουν αυτά τα «παιχνίδια» του λόγου, στην δήθεν προσπάθεια υπονόμευσης του «συστήματος»;

Αλλά βρίσκει και τα κάνει, διότι ουδείς τον διέκοψε στην συνέντευξη για να απαιτήσει εξηγήσεις, σχετικά με το τι εννοούσε. Για να δώσει σαφείς απαντήσεις και να μην περάσει αλώβητος σε επόμενο θέμα, γελώντας για το ευφυολόγημα που νόμιζε πως έκανε.

Στην ίδια συνέντευξη, προσπαθώντας να χαρακτηρίσει σαν αποτυχημένη την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης, ζήτησε από τους δημοσιογράφους και τους τηλεθεατές να δουν τα spreads που έχουν ανέβει. Τέσσερα χρόνια πρωθυπουργός και ακόμα να αντιληφθεί τι είναι τα επιτόκια και τι τα spreads, καθώς και τι είναι αυτό που έχει προκαλέσει την άνοδο των επιτοκίων; Αν και την αιτία όλης αυτής της κρίσης που είναι η ρωσική εισβολή, την γνωρίζει αλλά αδιαφορεί. Διότι, όπως έχει δηλώσει, στον πόλεμο που γίνεται στην Ουκρανία, ο Σύριζα είναι με τον άνθρωπο και την ειρήνη. Επομένως πως να εξηγήσει την αλληλουχία των γεγονότων και επαγωγικά να εξηγήσει δυο–τρία πράγματα, όταν ο ίδιος έχει μια στρεβλωμένη αντίληψη των γεγονότων.

Το ίδιο μοτίβο στο λόγο τους ακολουθούν και οι δυο επικρατέστεροι δελφίνοι του Σύριζα, που είναι φανατικοί ιεροκήρυκες των Tsipronomics. Η Έφη Αχτσιόγλου και ο Αλέξης Χαρίτσης, οι οποίοι είτε από πραγματική άγνοια είτε από πολιτικό καιροσκοπισμό, αντιστρέφουν την πραγματικότητα.

Η πρώην υπουργός Έφη Αχτσιόγλου, της οποίας η κυβέρνηση είχε διαλύσει τη μεσαία τάξη με φόρους, κατηγόρησε την κυβέρνηση πως φορολογεί παραπάνω τους πολίτες κατά 7 δισ. ευρώ. Άγνοια ή πολιτικό ψεύδος; Αν αγνοεί, τότε δεν θα πρέπει να ξανατολμήσει να διεκδικήσει μια υπουργική θέση και μάλιστα στο οικονομικό επιτελείο. Αν όμως δεν αγνοεί αλλά ψεύδεται πολιτικά, τότε ακολουθεί πιστά τον αρχηγό της. Κατά την κα. Αχτσιόγλου η αύξηση των εσόδων του ΦΠΑ σημαίνει αύξηση των φόρων. Ενώ είναι απολύτως αντιληπτό πως η αύξηση των εσόδων του ΦΠΑ, οφείλεται στην αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας, στην είσοδο της ψηφιακής τεχνολογίας στις σχέσεις ελέγχου και εποπτείας ανάμεσα στις φορολογικές αρχές και στις επιχειρήσεις, καθώς και στην υψηλότερη εισπραξιμότητα του ΦΠΑ.

Παρόμοιας κατηγορίας επιχειρηματολογία χρησιμοποίησε και για τα δήθεν υπερκέρδη των ενεργειακών εταιρειών, που επιδοτούνται δήθεν από το κράτος. Και εδώ το ερώτημα παραμένει το ίδιο. Άγνοια ή πολιτικό ψεύδος;

Και ο Αλέξης Χαρίτσης που έχει κάνει τα θαύματά του με το πρόγραμμα επανακρατικοποίησης της ΔΕΗ, όπως το είχαμε παρουσιάσει στο άρθρο «Επικίνδυνη σύγκρουση Σύριζα – επενδυτών», θα πρέπει να ξεκαθαρίσει αν γνωρίζει ή αν αγνοεί τη χρηματιστηριακή νομοθεσία. Για να φανεί αν και αυτός αγνοεί ή απλά ψεύδεται πολιτικά, ειδικά προκαλώντας δυσάρεστες εντυπώσεις στο ευρύ επενδυτικό κοινό.

Άραγε ο αρχηγός του Σύριζα έχει αντιληφθεί πως η υιοθέτηση των καταστροφικών Tsipronomics, ήταν αποτέλεσμα της εμμονικής άρνησής του, απέναντι στο περίφημο mail Χαρδούβελη; Έχει αναλογιστεί το κόστος των Tsipronomics, σε σχέση με το κόστος του mail Χαρδούβελη;

Πηγή: liberal.gr