Του Πέτρου Λάζου

Τα τελευταία εικοσιτετράωρα υπάρχει μια γενική αναταραχή σχετικά με το ύψος των εγγυήσεων που καθόρισε ο εισαγγελέας για τους κατηγορουμένους υπαλλήλους της ΟΣΕ ΑΕ και των θυγατρικών, στην υπόθεση της (περιβόητης πια) σύμβασης 717. Το κύριο (και καίριο) ερώτημα, πού βρήκαν τα μεγάλα ποσά τα οποία όρισε η εισαγγελική αρχή και αφέθηκαν ελεύθεροι.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Ξεκινώ, ευχαριστώντας θερμότατα, αμφότερους τους φίλους νομικούς Περικλή Στήνιο και Αντώνη Ξηρό, για την πολύτιμη βοήθεια τους και την αν(τ)οχή στις επίμονες ερωτήσεις μου!

Όπως με ενημέρωσαν λοιπόν, οι τρόποι εγγυοδοσίας και τα των σχετικών διαδικασιών στο Ελληνικό δικανικό σύστημα, καθορίζονται από το άρθρο 295 της Ποινικής Δικονομίας. Όταν ο εισαγγελέας ορίσει την καταβολή εγγύησης ως περιοριστικό της μη προφυλάκισης όρο, το κάνει λαμβάνοντας υπόψη του εάν ο κατηγορούμενος έχει προσκομίσει ή όχι τα σχετικά οικονομικά στοιχεία που του έχουν ζητηθεί, εάν ναι ποια είναι και σε τι ύψος ανέρχονται αυτά καθώς και την ψυχική του κατάσταση την δεδομένη στιγμή. Όχι, δεν καθορίζει τη ζητούμενη εγγύηση με γνώμονα εάν θεωρεί πως ο κατηγορούμενος πρέπει να αφεθεί ελεύθερος ή όχι. Έχει σχηματίσει αυτήν την άποψη, απλά κρίνει τον ύποπτο προφυλακιστέο χωρίς όρους και αυτός οδηγείται στις φυλακές.

Ο κατηγορούμενος από την πλευρά του, είτε ο ίδιος προσωπικά είτε με την συνδρομή τρίτων (συγγενών ή όχι) μπορεί να ανταπεξέλθει στην καταβολή της εγγύησης με τρεις διαφορετικούς τρόπους:

Α. την καταβολή του ποσού με μετρητά ή τραπεζική επιταγή, μέσα τα οποία προϋποθέτουν την ύπαρξη σημαντικής οικονομικής επιφάνειας.

Β. την κατάθεση εγγυητικής επιστολής τραπέζης, που μπορεί να δοθεί από την τράπεζα με τα δικά της κριτήρια, όχι απαραίτητα οικονομικά. Εάν π.χ. η τράπεζα κρίνει ότι ο υπόδικος δεν εμφανίζει κίνδυνο διαφυγής, μπορεί να δεχθεί να την δώσει και με μία απλή υποθήκη περιουσιακών στοιχείων μικρότερης αξίας.

Γ. Με την υποθήκευση ακινήτου καθαρού βαρών (πρώτη υποθήκη), το οποίο ανήκει στον ίδιο ή τρίτο πρόσωπο, και έχει σχετικά ανάλογη αξία.

Ο κατηγορούμενος συνήθως αφήνεται ελεύθερος, αφού ορισθεί κάποια προθεσμία ημερών για να μπορέσει να πραγματοποιήσει όλα τα σχετικά βήματα.

Όπως γίνεται κατανοητό, οι πολλές εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ που ορίσθηκαν ως εγγυοδοσία για την μη προφυλάκιση των τεσσάρων υπαλλήλων του ομίλου της ΟΣΕ ΑΕ, δικαίως προκαλούν την απορία πως συμβαίνει να ανευρίσκονται από δημόσιους υπαλλήλους. Πολύ δε περισσότερο έχει βάση η ερώτηση πώς είναι δυνατόν να δικαιολογείται μια τόσο μεγάλη εγγύηση από την περιουσιακή τους κατάσταση.

Αν θέλουμε όμως να είμαστε δίκαιοι θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι, χωρίς να είναι το ευκολότερο πράγμα στον κόσμο, δεν είναι όσο δύσκολο φαίνεται αρχικά να συγκεντρωθεί μια υψηλή εγγύηση. Π.χ. κάποιου είδους “έρανος” ανάμεσα σε συγγενείς, μια κρίση από κάποια τράπεζα πως δεν υφίσταται ουσιαστικό ρίσκο διαφυγής (π.χ. εάν ο κατηγορούμενος έχει πολυμελή οικογένεια), η ύπαρξη κάποιου αξιόχρεου περιουσιακού στοιχείου από κληρονομιά και ούτω καθεξής.

Εκείνο το οποίο εξηγείται πολύ πιο δύσκολα, είναι η περιουσιακή κατάσταση που, σε συνδυασμό με την πιθανή ποινή για το συγκεκριμένο αδίκημα, οδηγούν εισαγγελέα και ανακριτή να ορίσουν υψηλή εγγύηση. Αλλά κι εκεί, τουλάχιστον στην περίπτωση των σιδηροδρομικών που απασχολεί αυτές τις ημέρες, υπάρχει η υποχρεωτική κατάθεση πόθεν έσχες. Η οποία μεταφράζεται ότι οι αρχές γνωρίζουν την κατάσταση αυτή εδώ και καιρό κι επομένως έχουν διερευνήσει την προέλευση των χρημάτων. Θεωρητικά έστω…

Σε κάθε περίπτωση, αυτά ισχύουν για την εγγυοδοσία στην Δικαιοσύνη σήμερα! Ελπίζω να λύθηκαν όλες οι απορίες!

Πηγή: capital.gr