Του Κ. Στούπα

Η εκτίμηση της στήλης είναι πως για το τραγικό δυστύχημα στα Τέμπη τη μεγαλύτερη ευθύνη φέρνει το πελατοκεντρικό μοντέλο αναξιοκρατίας με το οποίο λειτουργεί το ελληνικό Δημόσιο. Στο μοντέλο αυτό μετέχουν όλα σχεδόν τα κόμματα αναλογικά. Επίσης αν η ελληνική κοινωνία επιθυμούσε να το αλλάξει, θα ψήφιζε ανάλογα και θα το είχε πράξει.

Όσο το μοντέλο αυτό δεν αλλάζει, θα δούμε και άλλες παρόμοιες “αστοχίες” για τις οποίες θα ευθύνονται η χαμηλή ικανότητα ανταπόδοσης του Δημοσίου στην κοινωνία των υπηρεσιών για τις οποίες η τελευταία υπερφορολογείται.

Βέβαια, δυστυχήματα θα συμβαίνουν όσο υπάρχουν άνθρωποι και όσο η πραγματικότητα θα παραμένει ένα πεδίο μεγαλύτερης πολυπλοκότητας από ό,τι μπορούν να προνοήσουν οι ανθρώπινοι εγκέφαλοι μεμονωμένα ή ως συλλογικές κοινωνικές οντότητες. Η καλή λειτουργία των συλλογικών μηχανισμών -όπως μιας ιδιωτικής εταιρείας ή μια κρατικής όπως στην προκειμένη περίπτωση- απλά περιορίζουν τις συχνότητα.

Είναι προφανές πως τη  βασική ευθύνη για το δυστύχημα φέρουν οι σταθμάρχες που είτε διαχειρίστηκαν ανεπαρκώς τις συνθήκες που οδήγησαν στο δυστύχημα είτε απουσίαζαν από τη βάρδια τους.

Κανένας δεν περιμένει από τον πρωθυπουργό ή κάποιον υπουργό να γνωρίζει ανά πάσα στιγμή όλο το 24ωρο τι συμβαίνει σε κάθε σημείο της ελληνικής επικράτειας από τη Γαύδο μέχρι τον Έβρο.

Περιμένει όμως από την πολιτική ηγεσία που ηγείται του εκτελεστικής μηχανής του Δημοσίου να φροντίζει αυτή να λειτουργεί αποτελεσματικά και ως εκ  τούτου με αξιοκρατία. Αυτό σημαίνει οι ικανότεροι να βρίσκονται στις θέσεις ευθύνης και να αμείβονται ανάλογα γι’ αυτό.

Το πρόβλημα αυτό όμως της κομματοκρατίας και της πελατοκεντρικής αναξιοκρατίας δεν είναι μόνο της τωρινής κυβέρνησης, είναι μονιμότερο πρόβλημα της ελληνικής δημόσιας διοίκησης από ιδρύσεως του ελληνικού κράτους. Οι σοσιαλιστικοί μετασχηματισμοί της μεταπολίτευσης με την ανάθεση ρόλου συνδιοίκησης στους συνδικαλιστές των δημοσίων οργανισμών και την ατιμωρησία, απλά πολλαπλασίασαν αυτό το πρόβλημα.

Κατά συνέπεια την πολιτική ευθύνη για το τραγικό δυστύχημα όπως και για την τραγική κατάσταση της δημόσιας διοίκησης φέρει  και η σημερινή κυβέρνηση αλλά ως κλάσμα των κυβερνήσεων που είχαν τα ηνία της χώρας τις τελευταίες δεκαετίες.

Το τραγικότερο λάθος της κυβέρνησης Μητσοτάκη συνίσταται στη διαχείριση του τραγικού συμβάντος.

Ο αρμόδιος υπουργός έπρεπε να παραιτηθεί και να ζητήσει ο ίδιος την άρση της ασυλίας που εξασφαλίζει ο νόμος περί ευθύνης Υπουργών από την πρώτη ημέρα. Αφού δεν το έκανε ο ίδιος θα ‘πρεπε να το κάνει η κυβέρνηση.

Μέχρι να ξεκαθαρίσει την κατάσταση και να αποδώσει ευθύνες η Δικαιοσύνη, ο πολιτικός προϊστάμενος του Υπουργείου Μεταφορών θα ‘πρεπε να απέχει από την πολιτική δραστηριότητα και τη συμμετοχή στις εκλογές.

Η κυβέρνηση αντί να ποντάρει στην βραχεία μνήμη της επικαιρότητας, θα ‘πρεπε να έχει προσεγγίσει τις οικογένειες των θυμάτων και να τους συμπαρίσταται στις προσπάθειες εξεύρεσης των υπευθύνων και απόδοσης δικαιοσύνης.

Ο εκλογικός θρίαμβος του Ιουνίου του ’23 όμως εξελήφθη σαν απαλλαγή από τις όποιες ευθύνες. Η ήττα και διάλυση της αντιπολίτευσης δημιούργησε συνθήκες εφησυχασμού και ενδεχομένως και αλαζονείας.

Η πολιτική “σφαλιάρα” δεν άργησε να έρθει. Οι δημοσκοπήσεις βέβαια καταγράφουν απώλειες για τα περισσότερα συστημικά κόμματα. Ο Κανένας άρχισε πάλι να κερδίζει έδαφος.

Οι Ευρωεκλογές χαρακτηρίζονται από χαλαρότητα γενικότερα. Σε αυτές ο κόσμος ψηφίζει πιστεύοντας πως δεν ρισκάρει να προκαλέσει κάποια σημαντική ζημιά στη ζωή του, ακόμη και αν κάνει λάθος.

Αν όμως οι ευρωεκλογές καταγράψουν μέσα σε έναν χρόνο απώλειες πάνω από 10% και τα ποσοστά πέσουν κάτω από 30%, τότε πολλοί δικαίως θα υποστηρίξουν πως το ρεύμα έχει αλλάξει. Θα αρχίσουν να απαιτούν πρόωρες εκλογές και θα ναρκοθετούν την κυβερνητική πολιτική, απαιτώντας να μην λαμβάνονται κρίσιμες αποφάσεις, λόγω της αναντιστοιχίας της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας με τη λαϊκή βούληση.

Ένα κλίμα έντασης και αβεβαιότητας δεν ευνοεί την οικονομική δραστηριότητα. Το ισχυρό χαρτί της κυβέρνησης που είναι η ταχύτερη ανάπτυξη από τον μέσο όρο της Ε.Ε. θα κινδυνεύει να καεί.

Η αλαζονεία και ο εφησυχασμός που φέρνουν οι θρίαμβοι κυοφορούν το σπέρμα της παρακμής.

Η κυβέρνηση ποντάρει στις μικρές βελτιώσεις του βασικού μισθού και της καθημερινότητας για να αντιστρέψει το κλίμα. Μάλλον μάταια, γιατί οι άνθρωποι εξουσιάζονται περισσότερο από τον φόβο και την απληστία.

Περισσότερες πιθανότητες να αντιστραφεί το κλίμα υπάρχουν αν προκύψει πάλι μια κρίση όπως με την πανδημία ή με την Τουρκία ή την προσπάθεια υβριδικής εισβολής στον Έβρο. Η επιτυχής διαχείριση αυτών των κρίσεων συντηρούσε την πολιτική κυριαρχία της Νέας Δημοκρατίας.

Βέβαια οι  κρίσεις βοηθάνε, όταν κάποιος τις διαχειρίζεται αποτελεσματικά. Από τις πυρκαγιές του 2022 και μετά η κυβέρνηση χάνει όλο και συχνότερα τον βηματισμό της.