Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 1922. Τελευταία ημέρα της ακροαματικής διαδικασίας. Αγορεύουν οι συνήγοροι υπεράσπισης Σωτηριάδης και Τσουκαλάς. Ο Σωτηριάδης έχει διοριστεί συνήγορος «εξ επαγγέλματος» του απουσιάζοντος Δημ. Γούναρη με εντολή του προέδρου του δικαστηρίου.

Ο Σωτηριάδης ξεκαθαρίζει από την αρχή τη θέση του, λέγοντας ότι δεν ήθελε να αναλάβει την υπεράσπιση του Γούναρη, αφού ο πρώην πρωθυπουργός ήταν ο μόνος που είχε τα στοιχεία για να αντικρούσει τις κατηγορίες που τον βαραίνουν. Επισημαίνει, «πριν υπεισέλθει στην εξέταση των διαφόρων ζητημάτων», ότι «στη δίκη αυτή δεν ερευνήθηκαν ευρέως οι ευθύνες των κατηγορουμένων, όπως δεν ερευνήθηκε η λέξη ‘’υπεύθυνος’’, γιατί θα πρέπει να καταλάβουμε ότι υπάρχει η διοικητική ευθύνη, η οποία είναι άλλο πράγμα από τη στρατιωτική, όπως άλλο είναι η πολιτική και άλλο η ποινική ευθύνη Για να κριθεί η πολιτική ευθύνη του Γούναρη και των υπόλοιπων κατηγορουμένων, πρέπει να εξεταστεί ποια ήταν η θέση της Ελλάδος απέναντι στους συμμάχους της πριν από την 1η Νοεμβρίου και ποια μετά».

Επαναλαμβάνει το επιχείρημα που έχει ήδη ακουστεί και από άλλους κατηγορούμενους: ότι, δηλαδή, η Ελλάδα δεν είχε να περιμένει καμία βοήθεια από τις Δυνάμεις, αφού αυτές είχαν ξεκαθαρίσει από την ημέρα της υπογραφής της Συνθήκης των Σεβρών ότι δεν μπορούν να διαθέσουν στρατό και χρήματα για να βοηθήσουν την Ελλάδα στην εφαρμογή της Συνθήκης. Άλλωστε ο Βενιζέλος είχε αναλάβει ρητή δέσμευση ότι μόνη της η Ελλάδα θα επέβαλε την εφαρμογή της Συνθήκης στη Μικρά Ασία.

Στη συνέχεια ο Σωτηριάδης αναφέρει τις προσπάθειες και τις παρακλήσεις του Βενιζέλου για να επιτραπεί στον ελληνικό στρατό πλήρης ελευθερία δράσης στη Μικρά Ασία, ώστε να καταβάλει την τουρκική αντίσταση και αναφέρει την «κατάπληξη» την οποία προκάλεσε στην Ευρώπη η εκλογική ήττα του Βενιζέλου, ο οποίος, λέει, αποτελούσε εθνικό κεφάλαιο για την Ελλάδα.

Ο Σωτηριάδης θα ισχυριστεί ότι οι πολεμικές επιχειρήσεις διατάχθηκαν από το Λονδίνο, με εισήγηση των αρμόδιων στρατιωτικών παραγόντων και λέει ότι αυτές έγιναν για να εξυπηρετηθούν τα εθνικά συμφέροντα και όχι για να αναγνωριστεί ο βασιλιάς. Άλλωστε, λέει, η πολιτική των μετανοεμβριανών κυβερνήσεων ήταν η πολιτική της κυβέρνησης Βενιζέλου και πιθανόν να υπήρξαν ατυχίες, αλλά από την ατυχία στον δόλο υπάρχει μεγάλη απόσταση.

Όταν τελειώνει ο Σωτηριάδης, παίρνει τον λόγο ο συνήγορος Τσουκαλάς, ο οποίος κάνει μνεία των εικόνων του Τερτσέτη και του Πολυζωίδη οι οποίοι «στη δίκη του Κολοκοτρώνη, επίσης επί εσχάτη προδοσία, δεν κάμφθηκαν από την κοινή επιρροή, αλλά επέμειναν στη γνώμη τους».

Κλείνει την αγόρευσή του εκφράζοντας την πεποίθηση «ότι η απόφαση του δικαστηρίου σας θα είναι τέτοια ώστε να ορθοτομήσει τον λόγον της αληθείας!». Θα ακολουθήσουν οι δευτερολογίες των κατηγορουμένων Μ. Γούδα, Ξ. Στρατηγού, Ν. Θεοτόκη, Π. Πρωτοπαπαδάκη και Ν. Στράτου.

 

Η δευτερολογία του Ν. Στράτου

Ο Στράτος λέει στην αρχή της δευτερολογίας του ότι «από πολιτικής άποψης δεν είναι δυνατόν ποτέ να πούμε ότι πατρίδα ελληνική είναι τα στενά όρια της επικράτειας της Ελλάδος. Αν κάποιος πολιτικός έλεγε κάτι τέτοιο, θα ήταν πολιτική βλασφημία. Αν το έλεγε πολίτης, θα ήταν από μέρους του απάρνηση κάθε ιδεώδους. Γι’ αυτό και όλοι μας, όταν μιλάμε περί έθνους και περί Ελλάδος, πάντοτε εννοούμε τα εφικτά όρια του Ελληνισμού, και όχι βέβαια τους εν διασπορά Έλληνες». «Αλλά από νομικής άποψης τα πράγματα δεν έχουν έτσι, όταν μάλιστα πρόκειται να ζητηθούν νομικές ευθύνες».

Προχωρώντας τον συλλογισμό του λέει ότι «είναι αναγκασμένος» να πει ότι η ελληνική επικράτεια δεν επεκτείνεται –σύμφωνα με τα διεθνώς αναγνωρισμένα- μέχρι τη Μικρά Ασία, ότι αυτή δεν αποτελεί τμήμα της ελληνικής επικράτειας αλλά τμήμα – σύμφωνα με τη συνθήκη των Σεβρών- υπό τουρκική κυριαρχία, το οποίο θα διωκείτο υπό της Ελλάδος κατ’ εντολήν, μέχρις ότου ήρχετο η στιγμή κατά την οποίαν ο δεσμός του τμήματος εκείνου εκ της τουρκικής κυριαρχίας ήθελε κοπεί». Το ίδιο, λέει, ισχύει και για τη Θράκη.

Αφού απορρίπτει τις ευθύνες των κατηγορούμενων για την επάνοδο του Κωνσταντίνου, έρχεται στο επίμαχο σημείο του περιορισμού της ελευθερίας δράσης του ελληνικού στρατού. «Ο περιορισμός των 3 χιλιομέτρων, κύριοι στρατοδίκες, ο γνωστός στο δικαστήριό σας, και ο μετέπειτα περιορισμός των επιχειρήσεων του Ιουλίου του 1920, οφειλόταν στον στρατάρχη Φος. Όσον αφορά την αγγλική πολιτική υποστήριξη, είπα στο δικαστήριο ότι είχαμε εξαρχής την αντίληψη ότι αυτή εξελίσσεται βαθμηδόν υπέρ της Ελλάδος».

Τελειώνοντας τη δευτερολογία του ο Ν. Στράτος απευθύνεται στους δικαστές:

«Κύριοι δικαστές, φτάνει πια η τραγωδία: Ο δόλος είναι περιττό κατασκεύασμα, το οποίο δεν έχει κανένα άλλο αποτέλεσμα παρά να δυσφημίσει την πολιτική ζωή της Ελλάδος. Ότι δηλαδή βρέθηκαν επτά ή οκτώ άθλια όντα τα οποία, για χάρη της πολιτικής σταδιοδρομίας και του πολιτικού οφέλους, είχαν την ευχαρίστηση να παραδώσουν στη φοβερή σφαγή των Τούρκων τους ομοεθνείς τους και την πατρίδα του; στην ατίμωση! Αρκεί, κύριοι δικασταί, ό,τι υπέστημεν ακούοντες καν του κατηγορητηρίου. Αρκεί τούτο. Είπον και απολογούμενος ότι δεν ζητώ την επιείκειαν κανενός. Αφήνω εις την ακεραιότητα και ευσυνειδησίαν υμών την τιμήν, όχι την προσωπικήν ελευθερίαν, ουδέ την ζωήν, την τιμήν εμού και των εν ατυχία συγκατηγορουμένων».    

Μετά τη δευτερολογία του Ν. Στράτου, θα δευτερολογήσει για μία ώρα ο Γ. Χατζηανέστης. Θα αντικρούσει τις διάφορες κατηγορίες, θα τονίσει ότι ουδέποτε επέδειξε αδράνεια, αλλά, αντίθετα, υπήρξε υπερβολικά ενεργητικός. Και τελειώνει:

«Κύριοι στρατοδίκαι, δεν έχω άλλα να προσθέσω. Καταλήγω εις το εξής: Αναμένω εντελώς ήρεμος την ετυμηγορίαν σας. Τόσον ήρεμος όσον είναι και η συνείδησίς μου, η οποία δι’ εμέ είναι το υπέρτατον κριτήριον. Υπέρτατον διότι είναι αγία αυτή καθ’ εαυτήν μέχρι του Θεού. Αλλά αισθάνομαι την ανάγκη να σας είπω και κάτι το οποίον πιέζει τα στήθη μου. Ουδεμία ποινή, ούτε η βαρυτέρα, δεν θα είναι οδυνηροτέρα από τους διαρκείς εξευτελισμούς και τας ταπεινώσεις και το μαρτύριον το οποίον υφίσταμαι επί ενάμισι μήνα όχι μόνον ως άτομον, αλλά και ως αντιστράτηγος ιδίως…».

Με το τέλος της δευτερολογίας του στρατηγού Χατζηανέστη, η αίσθηση που δημιουργείται στους παρευρισκόμενους είναι ότι η υπόθεση έχει ήδη κριθεί. Έστω και αν έχουν μείνει αναπάντητα ερωτήματα, τα οποία οφείλονται στην ασθένεια του Γούναρη, αλλά και την «απώλεια» ή την εξαφάνιση του αρχείου του Γούναρη, το οποίο περιείχε πάμπολλα σοβαρά στοιχεία τα οποία, αν έρχονταν στο φως, μπορούσαν να αλλάξουν την εικόνα της δίκης.

Υπήρχε βέβαια και το «απαγορευτικό» της δημοσιοποίησης των απόρρητων διπλωματικών εγγράφων εκ μέρους των κατηγορουμένων. Και αυτό το «απαγορευτικό» επιβλήθηκε εκ μέρους των στρατοδικών, με την αιτιολογία ότι δεν έπρεπε να έρθουν στη δημοσιότητα έγγραφα που θα έβλαπταν την Ελλάδα. Μόνο την Ελλάδα; Όχι βέβαια. Την Αγγλία θα έβλαπταν. Κυρίως την Αγγλία. Την πολιτική της Αγγλίας απέναντι στους Μικρασιάτες και την Ελλάδα θα έφερναν στο φως. Γι’ αυτό και το αγγλικό ενδιαφέρον για τη σωτηρία των κατηγορουμένων θα ήταν αμείωτο και συνεχές από την ημέρα της σύλληψής τους. Και, όπως θα δούμε στη συνέχεια, «παρά τρίχα» δεν πρόλαβαν να τους σώσουν από το απόσπασμα… Ο πλοίαρχος Τάλμποτ ερχόταν δια θαλάσσης με ένα τελεσίγραφο σωτηρίας στο χέρι. Αλλά δεν πρόλαβε… Ή μάλλον, τον πρόλαβαν…

Ο πρόεδρος Οθωναίος αποχωρεί από την έδρα. Είναι φανερά συγκινημένος. Γνωρίζει ότι αυτός θα ρίξει την αυλαία, μετά από λίγες ώρες, στην κορύφωση του δράματος. Τον ακολουθούν και οι υπόλοιποι. Οι κατηγορούμενοι παραμένουν αμήχανοι στις θέσεις τους. Δεν ξέρουν αν πρέπει να μείνουν ή να φύγουν… Ενώ το δικαστήριο έχει αποσυρθεί για να βγάλει την απόφασή του, ο υποφρούραρχος ταγματάρχης Μπέλιος, ανακοινώνει στο ακροατήριο ότι η απόφαση δεν πρόκειται να εκδοθεί πριν από τις 4 τα ξημερώματα… Κανείς δεν κουνιέται από τη θέση του και ας πρέπει να μείνουν εκεί για έξι ώρες και πλέον. Οι κατηγορούμενοι αποσύρονται στο διαμέρισμα που τους έχει παραχωρηθεί.

Η συνεδρίαση κεκλεισμένων των θυρών έχει αρχίσει. Ένα ερώτημα έχει μπει στη συζήτηση και στις σκέψεις όλων: πόσοι εκ των κατηγορουμένων θα καταδικαστούν εις θάνατον; Όλοι ή μερικοί από αυτούς; Οι πρώτοι υποψήφιοι για εκτέλεση είναι ο Γούναρης, ο Χατζηανέστης και ο Στράτος. Όμως, οι άτεγκτοι στρατοδίκες, που όλες αυτές τις μέρες έριχναν «κεραυνούς» κατά των κατηγορουμένων, τώρα, την ώρα της κρίσης, την ώρα που οι χαμένες ζωές θα βαρύνουν συνειδήσεις για μια ζωή, δείχνουν αναποφάσιστοι. Πέντε από αυτούς εκφράζουν την άποψη ότι πρέπει να εκτελεστούν οι Γούναρης, Χατζηανέστης και Στράτος. Όμως, αυτό είναι κάτι το οποίο δεν δέχεται με τίποτα η Αγγλία. Και ο Τάλμποτ είναι καθ’ οδόν. Και η ώρα περνάει…

Ο Πάγκαλος κάθεται σε αναμμένα κάρβουνα. Βλέπει ότι οι ώρες περνάνε και η απόφαση δεν βγαίνει. Και ο Τάλμποτ φθάνει από στιγμή σε στιγμή… Αποφασίζει να δράσει. Φεύγει από το γραφείο του και πηγαίνει με το υπηρεσιακό αυτοκίνητο στην Παλιά Βουλή. Εισβάλει κατευθείαν στην αίθουσα που συνεδριάζουν οι στρατοδίκες.

«Τελειώνετε χωρίς δεύτερη κουβέντα! Αλλιώς…».

Τον κοιτούν με ορθάνοιχτα μάτια, έκπληκτοι, οι στρατοδίκες.

«Αλλιώς ετοιμαστείτε να πάρετε εσείς τη θέση τους!».

Τον κοιτάζουν με το στόμα ορθάνοιχτο, χωρίς να μπορούν να πιστέψουν αυτά που ακούν… Αυτός καταλαβαίνει ότι το παρατράβηξε… Μαλακώνει:

«Αν θέλετε να σώσετε κάποιος, αυτοί να είναι οι Γούδας και Στρατηγός!».

Ανασαίνουν με ανακούφιση οι στρατοδίκες… Έστω και δύο λιγότερες εκτελέσεις… κάτι είναι κι αυτό…

Η απόφαση είναι γραμμένη από πριν. Συμπληρώνονται τα ονόματα των μελλοθάνατων.

Ο Πάγκαλος δίνει τις τελευταίες οδηγίες. Οι μελλοθάνατοι πρέπει να εκτελεστούν πριν ανατείλει ο ήλιος και χωρίς να επικοινωνήσουν με κανέναν συγγενή τους προηγουμένως… Ο Νεόκοσμος Γρηγοριάδης αρνείται να υπακούσει. Ζητά την επικύρωση της απόφασης από την Επανάσταση. Ζητά να επιτραπεί στους μελλοθάνατους να δουν τους δικούς τους και, αν ήθελαν, να συντάξουν τις διαθήκες τους. Ο εκτός εαυτού Πάγκαλος υποχρεώνεται να υποχωρήσει.

Στις 9 η ώρα το πρωί ο γραμματέας του Στρατοδικείου παραδίδει στον Πλαστήρα την απόφαση με τις υπογραφές όλων των στρατοδικών. Ο Πάγκαλος αρπάζει από τα χέρια του Πλαστήρα την υπογεγραμμένη απόφαση και εξαφανίζεται…

Ξημερώνει η 15η Νοεμβρίου…

Συνεχίζεται…

You are here: ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΑ – ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΑ Μικρασιατικά ΔΕΚΑΤΟ ΠΕΜΠΤΟ ΜΕΡΟΣ - 14η ημέρα της δίκης