Ο προσφυγικός κόσμος και η φτωχογειτονιά της Καισαριανής


Του Σπύρου Τζόκα
Πανεπιστημιακού - συγγραφέα

Η φτώχεια και η εκμετάλλευση παρακολούθησαν και παρακολουθούν την ιστορία και της συνοικίας μας, της Καισαριανής αλλά και της πατρίδας μας, της Ελλάδας. Στην συνοικία μας το σχέδιο ήταν οργανωμένο από την αρχή, από την εγκατάσταση του προσφυγικού κόσμου. Ο προσφυγικός κόσμος εγκαταστάθηκε στις παρυφές της Αθήνας, στις παρυφές του κέντρου, και χρησιμοποιήθηκε ως φτηνή εργατική δύναμη. Οι πρόσφυγες αντιμετωπίστηκαν σαν ένα πλήθος αναξιοπαθούντων, χρηζόντων βοήθειας, εξαιτίας του φόβου των κοινωνικών αναταραχών. Έτσι ο ζωτικός χώρος της Αθήνας, κυρίως, επεκτείνεται προσεκτικά σε μεγάλη απόσταση και οπτική απομόνωση από τις προσφυγικές και λαϊκές γειτονιές.

Εξάλλου αυτή είναι πάγια τακτική: Ο Fr. Engels έλεγε ότι οι προλεταριακοί οικισμοί είναι κρυμμένοι από τα ευαίσθητα μάτια των συγχρόνων τους, όσο καιρό στέκονται στη θέση τους και όταν γκρεμίζονται η πολεοδομική  αναβάθμιση εξαίρεται ακόμη και αν οι κάτοικοι τους μείνουν άστεγοι.

Η οικιστική αποκατάσταση των προσφύγων, επομένως, ήταν πλημμελής, γεγονός που ήταν παραδεκτό και από επίσημα χείλη. Το γεγονός αυτό είχε επιπτώσεις στη γενικότερη οικονομική ζωή του συνοικισμού, καθώς η ανύπαρκτη υποδομή του συνοικισμού, η έλλειψη στοιχειωδών λειτουργιών στην καθημερινή ζωή των κατοίκων και η αδιαφορία της επίσημης πολιτείας για την προώθηση διαδικασιών, ώστε να καταρτισθούν και να εκπαιδευθούν οι κάτοικοι, χαρακτήριζαν την Καισαριανή μέχρι τουλάχιστον τα ύστερα μεταπολεμικά χρόνια. Η αντιμετώπιση αυτή δεν ήταν τυχαία, αλλά οργανωμένη, με στόχο να κρατούν τον προσφυγικό κόσμο στην ανέχεια και στην άγνοια.

Ο συνοικισμός της Καισαριανής, όπως και οι υπόλοιποι σχεδόν προσφυγικοί συνοικισμοί,  δημιουργήθηκαν χωρίς τη στοιχειώδη υποδομή που να εξασφαλίζει τις βασικές ανάγκες των κατοίκων του για εύρεση εργασίας ή προμήθειας των αναγκαίων αγαθών της διατροφής και της ένδυσης από κάποια, έστω και ανεπαρκή, τοπική  αγορά. Έτσι  δεν ήτα δυνατόν να λειτουργήσουν οι κανόνες εκείνοι της αγοράς που συσσωρεύουν κάποιο χρήμα στους κατοίκους της περιοχής και μέσω αυτών επιτυγχάνεται η ανάπτυξη.

Η Καισαριανή, συγκεκριμένα, ήταν τότε μια «τενεκεδούπολη» χωρίς αυτονομία, εξαρτώμενη από την Αθήνα, αφού οι κάτοικοί της δεν έβρισκαν εκεί ούτε τρόφιμα, καθώς  τα πάντα τα προμηθεύονταν από το Παγκράτι. Εκεί έκαναν τις αγορές τους, στους Παλαιοελλαδίτες όπως αποκαλούσαν τους ντόπιους. Έτσι, το όποιο χρήμα έπαιρναν από τις εργασίες τους μετέβαινε σ’ άλλες περιοχές, εκτός  Καισαριανής και οι Καισαριανιώτες παρέμεναν στην ίδια άθλια οικονομική κατάσταση, παρά το γεγονός ότι και γνώσεις εμπορίου και ταλέντο και διάθεση είχαν, αλλά έλλειπε, όμως, αυτή η ελάχιστη βοήθεια.

Το ίδιο, συνεπώς, συνέβαινε και στην εργασία, καθώς οι πρόσφυγες αναζητούσαν εργασία μακριά από τον τόπο κατοικίας τους. Το έργο τους, όμως, δεν ήταν καθόλου εύκολο, εξαιτίας των συνθηκών που υπήρχαν τότε.  Οι πρόσφυγες, χάνοντας τα πάντα, δεν είχαν παρά μόνο την προσωπική τους εργασία και την προσέφεραν. Η Ελλάδα, όμως, δεν ήταν μια βιομηχανοποιημένη χώρα και η άφιξη τόσων προσφύγων προκάλεσε οξύτατο πρόβλημα, καθώς η αγορά εργασίας καλύφθηκε από υπερβολική προσφορά εργατικού δυναμικού. Έτσι, η ζήτηση  συνεχώς μειωνόταν, η ανεργία αυξανόταν και τα μεροκάματα έπεφταν. Ταυτόχρονα υπήρχε έντονο το αίσθημα ανασφάλειας, καθώς το αύριο ήταν αβέβαιο και η πείνα απειλούσε καθημερινά. Η εξασφάλιση του καθημερινού φαγητού ήταν άθλος.

Οι πρόσφυγες, όμως, έπρεπε να εργασθούν, να επιβιώσουν  και να ενταχθούν στην ελληνική κοινωνία. Έτσι, προσανατολίσθηκαν, κυρίως, σε εργασίες που δεν είχαν μεγάλη προσφορά. Σε εργασίες για αλλοδαπούς, θα έλεγε κάποιος στις μέρες μας. Έγιναν εργάτες, κυρίως λιμενεργάτες στον Πειραιά, και οικοδόμοι διαφόρων ειδικοτήτων (χτίστες, σοβατζήδες κ.ο.κ.). Το λιμάνι του Πειραιά, που ήταν επαγγελματικό οχυρό των Μανιατών χαμάληδων (που μετακόμισαν στον Πειραιά) μέχρι το 1922, ανοίχθηκε στους Μικρασιάτες πρόσφυγες, μέσω του γραφείου της στρατιωτικής επανάστασης του 1922. Μάλιστα οι πρόσφυγες αγόραζαν με τα χρήματα των προσφυγικών αποζημιώσεων μια θέση στο κλειστό αυτό επάγγελμα. Ανάμεσα στους Μικρασιάτες αυτούς πρόσφυγες ήταν και αρκετοί Καισαριανιώτες. Ο Π. Σταμπούλος, στο προσωπικό του αρχείο, αναφέρεται στη διαμάχη που υπήρχε ανάμεσα στους Μανιάτες και Μικρασιάτες στο Λιμάνι.

Αρκετοί πρόσφυγες της Καισαριανής ασχολήθηκαν με τις οικοδομικές εργασίες. Ιδιαίτερα ασχολήθηκαν με την κατασκευή πλίνθων, εργασία με σημαντική προσφορά, καθώς η Ελλάδα βρίσκονταν σε οικοδομικό οργασμό, προκειμένου να αποκατασταθούν οικιστικά οι πρόσφυγες της Μ. Ασίας. Η ενασχόληση τους αυτή και η εμπειρία που αποκτούσαν τους έδινε την ευκαιρία να προσφέρουν εθελοντική εργασία στα έργα της Καισαριανής, καθώς και ευπρεπίζουν τα σπίτια τους.

Η αγροτική εργασία παρέμεινε μια παράπλευρη ασχολία τους που έπρεπε να την ασκήσουν για να συμπληρώσουν το εισόδημα τους ή καλύτερα για να επιβιώσουν. Ακόμα αρκετοί  ασχολούνταν με την κτηνοτροφία. Στην Καισαριανή γνωρίζουμε ότι διατηρούσαν προς την πλευρά του ρέματος του Ηριδανού μερικά βουστάσια «ντάμια» (χώρους με κατσίκια), ενώ εξέθρεφαν επίσης, άλογα, πρόβατα και χοίρους ακόμη. Η οργάνωση της κτηνοτροφίας και η ανέγερση σταύλων, βασικά αιτήματα των Καισαριανιωτών, δεν υλοποιήθηκαν ποτέ από την επίσημη πολιτεία.

Η εργασία των προσφύγων της Καισαριανής και η σταδιακή αύξηση του πληθυσμού στο συνοικισμό συνέτειναν να δημιουργηθούν τα πρώτα σπέρματα οικονομικής ζωής στην περιοχή. Οι κάτοικοι άρχισαν να οργανώνονται τα πρώτα εμπορικά μαγαζιά έκαναν την εμφάνιση τους στο συνοικισμό. Σύμφωνα με το αρχείο του Π. Σταμπούλου το 1923–1924 υπήρχαν: τέσσερα καφενεία, τρία παντοπωλεία, ένα σιδεράδικο, ένα τσαγκαράδικο, ένα φαρμακείο, δύο φούρνοι, επίσης τρία κουρεία που με τον καιρό έγιναν περισσότερα και απετέλεσαν μια ισχυρή επαγγελματική συντεχνία στην Καισαριανή. Σταδιακά εμφανίστηκαν και άλλα μαγαζιά, όπως μαγειρεία, ζαχαροπλαστεία, ταβέρνες και καρβουνάδικα.

Έτσι, στη δεύτερη δεκαετία από την εγκατάσταση τους, οι πρόσφυγες της Καισαριανής άρχισαν να οργανώνουν την οικονομία του συνοικισμού, να προστατεύουν τα συμφέροντα τους και να αξιοποιούν τις δυνατότητες της περιοχής. Οι δυνατότητες αυτές, αρχικά, «αξιοποιήθηκαν» με πρωτόγονους, θα λέγαμε, όρους οικονομίας και επένδυσης και χάρη του εμπορικού δαιμονίου των προσφύγων. Αυτοί μπορούσαν να μετατρέψουν ένα μικρό χώρο του σπιτιού τους σε εργαστήριο ή μαγαζάκι (πολλές τέτοιες περιπτώσεις εξακολούθησαν να υπάρχουν μέχρι τη δεκαετία του 1970). Έτσι, η βιοτεχνία και το μικρεμπόριο άνθισαν γρήγορα στην συνοικία, με αποτέλεσμα αυτή να αποκτήσει μια σχετική αυτάρκεια και αυτονομία στην ικανοποίηση των άμεσων αναγκών της, σε προμήθειες και διασκέδαση (μετατροπή του καφενείου σε ταβέρνα με όργανα).

Οι πρόσφυγες μεταβαίνουν σ’ ένα σύστημα που είχε διαφορές από τις πατρίδες τους, καθώς η γη δεν υπήρχε για να τους καλύπτει τις ανάγκες για τροφή και έτσι έπρεπε να αγοράζουν τα προϊόντα. Με κάποια γενίκευση θα μιλάγαμε για κάποιον εκχρηματισμό της οικονομίας, καθώς το χρήμα κάλυπτε μια σημαντική θέση στη ζωή τους. Η αστικοποίησή τους προχωρεί με αργούς άλλα σταθερούς ρυθμούς. Στην  κατεύθυνση αυτή δημιουργήθηκε μια εμβρυακή δημοτική αγορά με μια σειρά μικρών –αυτοσχέδιων θα λέγαμε– εμπορικών καταστημάτων που το όριο της αγοράς τους ήταν ο συνοικισμός. Η δημοτική αγορά αυτή με τον καιρό αναπτύσσεται και φιλοδοξεί να καλύψει τις ανάγκες των κατοίκων της Καισαριανής.

Η προσφορά εργατικής δύναμης από τους πρόσφυγες της Καισαριανής και η σταδιακή ανάπτυξη του συνοικισμού είχαν ως αποτέλεσμα και την εμφάνιση βιομηχανικών– βιοτεχνικών μονάδων στις παρυφές της συνοικίας. Εξάλλου, οι Μικρασιάτες πρόσφυγες ήταν η κινητήριος δύναμη για τη σχετική εκβιομηχάνιση της Ελλάδας από τον μεσοπόλεμο και ύστερα και, κυρίως, στις αρχές της δεκαετίας του 1960.

Στην Καισαριανή, η κυριότερη από αυτές τις μονάδες ήταν η ΕΛΒΙΠ του Κώστα Χαραλαμπίδη που έφτιαχνε ζέρσεϊ, κάλτσες, φανέλες, ενώ μια άλλη μικρότερη μονάδα ήταν αυτή του Σεραφείδη. Και οι δύο αυτές μονάδες απασχολούσαν σημαντικό αριθμό Καισαριανιωτών, που τόσο ανάγκη είχαν την εργασία και μάλιστα κοντά στα σπίτια τους.    Εκτός από τις προαναφερόμενες βιομηχανικές–βιοτεχνικές μονάδες λειτουργούσαν στην Καισαριανή και δύο ταπητουργεία. Το ένα απασχολούσε 200 εργάτριες με 50 αργαλιούς και το άλλο επίσης 200 εργάτριες με 40 αργαλιούς. Αργαλειοί, όμως, υπήρχαν και σε σπίτια, που εκτός από την εργασία, έδιναν χρώμα και ήχο σε πολλές γειτονιές της Καισαριανής. Η ταπητουργία ήταν παραδοσιακή τέχνη των πατρίδων που άφησαν οι Μικρασιάτες, την οποία μετέφεραν μαζί τους στον ελλαδικό χώρο και προσπάθησαν να την αξιοποιήσουν.

Χαρακτηριστικό στοιχείο ήταν ότι στην αγορά εργασίας εισέρχονται μαζικά και οι Μικρασιάτισσες γυναίκες, οι οποίες απασχολούνταν είτε στο σπίτι τους (οικοτεχνία), είτε μακριά απ’ αυτό. Στη στροφή αυτή που συντελείται στην κατεύθυνση της γυναικείας χειραφέτησης αντιστέκονται οι ντόπιοι πληθυσμοί, στιγματίζοντας τις προσφυγοπούλες («παστρικές» Σμυρνιές κ.τ.λ). Η εργασία, όμως, των γυναικών, παρά τις αντιξοότητες συνεχίσθηκε, καθώς, πέρα από τις διαφορετικές αντιλήψεις που είχαν οι Μικρασιάτες, υπήρχε έντονη ανάγκη για να επιβιώσουν οι οικογένειες.

Είναι, λοιπόν, προφανές ότι η Καισαριανή αποτελεί μια μικρογραφία της συνολικής εργασίας και προσφοράς των Μικρασιατών προσφύγων. Δουλευταράδες και ακαταπόνητοι κατάφεραν μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα να μετατρέψουν το συνοικισμό τους σε μια μικρή ζωντανή πόλη. Συνέβαλαν στον ευπρεπισμό της πόλης, στην κατασκευή σχολείων και γυμναστηρίων, στη δημιουργία εσωτερικής αγοράς και, γενικά, στη δημιουργία υποδομής της πόλης. Η εργατικότητα, η δημιουργικότητα και η ευρηματικότητά τους ήταν τα κύρια στοιχεία που όχι μόνο τους ώθησαν μπροστά, αλλά τους έκαναν να διακριθούν στην οικονομική, κοινωνική και πνευματική ζωή του τόπου.

Στη διάρκεια της γερμανοϊταλικής κατοχής, όπως και συνέβη και σε όλη την Έλλάδα,  η Καισαριανή δέχθηκε τρομερά πλήγματα από τους ξένους κατακτητές αλλά και από τις εγχώριες οργανωμένες ομάδες των συνεργατών τους. Η αντίσταση της συνοικίας οδηγούσε σε αντίποινα και τα χρόνια για την Καισαριανή δυσκόλευαν ολοένα και περισσότερο. Η παντελής έλλειψη τροφίμων, η συνακόλουθη πείνα, οι αρρώστιες και οι θάνατοι ήταν τα κύρια χαρακτηριστικά της περιόδου.

Ο Γ. Κουβάς περιγράφει την κατάσταση γλαφυρά: «Κατοχή 1941–44» σημαίνει: Λοιμός – πείνα (τρώγονται τα πάντα, άλογα, γαϊδούρια, χελώνες, γάτες κ.λ.π.) – πεθαμένοι στους δρόμους – λάκκοι αράδα στα νεκροταφεία – με καροτσάκια τους νεκρούς – δελτίο για μπομπότα – καραντίνα – καταστροφή των δασών για καυσόξυλα – καροτσάκια στην αράδα – θαλασσοβρεμένο αλεύρι – κουκουτσάλευρο, μαύρη αγορά, σαλταδόροι, ψάξιμο στα σκουπίδια για φαγώσιμο - αντίσταση, αγώνας ύπαρξης για επιβίωση, ΕΑΜ, ΕΛΑΣ, μπλόκα, εκτελέσεις, προδότες, ρουφιάνοι, κουκουλοφόροι, συνεργάτες των κατακτητών, τάγματα ασφαλείας).

Οι αρρώστιες αποδεκάτιζαν τον πληθυσμό, καθώς η ψωρίαση, ο τύφος και η καραντίνα απλώνονταν σε πολλά σπίτια. Οι θάνατοι από πείνα καθημερινοί. Οι εξαιρετικά αυτές δυσμενείς συνθήκες δεν πετυχαίνουν να κάμψουν το ηθικό των κατοίκων της Καισαριανής και να τους απομακρύνουν από την αντίσταση.

Τέλος,  μεταπολεμικά η Καισαριανή ήταν στο μάτι του κυκλώνα για την αντιστασιακή της δράση. Η Ελλάδα υπέφερε από την φτώχεια και την ανέχεια. Εξάρτηση, υποταγή και νόθος καπιταλισμός. Ολοένα και περισσότερο κατατείναμε σε έναν άκρατο οικονομισμό, ο οποίος απέδιδε μεγαλύτερη σημασία στο σύστημα των συναλλαγών και ελάχιστη στις θεμελιώδεις ανάγκες των ανθρώπων. Ένα σύστημα που αντλούσε διαρκώς πλούτο από τους φτωχούς για να τον δώσει στους πλούσιους με μιαν ελάχιστη ανταπόδοση. Η φτωχολογιά αντιστέκεται καθημερινά με αγώνες στην καθημερινή ζωή για την επιβίωση και αγώνες στο πεζοδρόμιο για την κοινωνική αλλαγή.

You are here: Οι γειτονιες μας ΚΑΙΣΑΡΙΑΝΗ Ο προσφυγικός κόσμος και η φτωχογειτονιά της Καισαριανής